Έφυγε από την ζωή η ομότιμη καθηγήτρια ΤΕΦΑΑ Ελένη Ζέτου-Μουντάκη
Αν υπάρχει μια αλήθεια που δύσκολα αμφισβητείται, είναι ότι η σημερινή κυβέρνηση στάθηκε εξαιρετικά τυχερή στη συγκυρία. Το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας ενεργοποιήθηκε ακριβώς μέσα στη θητεία της, ως ευρωπαϊκή απάντηση στον κορωνοϊό. Με απλά λόγια, «έτυχε το τζόκερ»: πρωτοφανείς πόροι, έτοιμοι προς αξιοποίηση, σε μια περίοδο που η χώρα είχε ανάγκη από επενδύσεις και ανασυγκρότηση.
Και πράγματι, έργα γίνονται. Η αναβάθμιση των υποδομών υγείας και τα νέα προγράμματα υγείας είναι ένα από τα πιο ορατά παραδείγματα. Νοσοκομεία που για χρόνια λειτουργούσαν στα όρια, αποκτούν εξοπλισμό και ανακαινισμένες δομές, ενώ ασθενείς κάνουν ξανά εξετάσεις που αμελούσαν χρόνια. Ξοδεύονται, πάντως κι εδώ, πάρα πολλά χρήματα, για έργα που θα μπορούσαν να γίνουν με μικρότερα κονδύλια. Την ίδια στιγμή, ένα σημαντικό μέρος των πόρων διοχετεύεται σε δράσεις αμφίβολης προστιθέμενης αξίας. Η «βιομηχανία των vouchers» απορροφά εκατομμύρια, χωρίς να είναι σαφές εάν αυτά επιστρέφουν πραγματικά στην κοινωνία ως ουσιαστικό όφελος, εκτός από τα περιστασιακά 750€ που παίρνουν εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα.
Και δεν είναι μόνο αυτά. Πόροι κατευθύνονται με το «τσουβάλι» σε ψηφιακές δράσεις χωρίς μετρήσιμο αποτέλεσμα, σε πλατφόρμες που μένουν ανενεργές, νέους ιστότοπους, νέα λογότυπα, rebranding, εφαρμογές που δεν χρησιμοποιούνται και υπηρεσίες λογισμικού με ασαφή χρησιμότητα. Την ίδια ώρα, αναθέσεις για «μελέτες» και συμβουλευτικές υπηρεσίες πολλαπλασιάζονται, συχνά χωρίς σαφή απόδοση ή συνέχεια, ενώ μικρά έργα βιτρίνας στην Τοπική Αυτοδιοίκηση -αναπλάσεις, αισθητικές παρεμβάσεις, «έξυπνες» λύσεις που δεν αλλάζουν την καθημερινότητα- απορροφούν πόρους που θα μπορούσαν να κατευθυνθούν σε πραγματικά παραγωγικές επενδύσεις, σε υποδομές που αντέχουν και σε επιχειρήσεις που έχουν δοκιμασμένα θετικό αποτύπωμα με πολλές θέσεις εργασίας.
Το πρόβλημα, όμως, δεν περιορίζεται στην κυβέρνηση. Η αντιπολίτευση, αντί να εξηγεί με καθαρά λόγια πού πηγαίνουν τα χρήματα του Ταμείου Ανάκαμψης και -κυρίως- πού θα μπορούσαν να πάνε, μοιάζει συχνά να παίζει σε άλλο έργο. Χάνεται σε δευτερεύουσες κόντρες, σε καταγγελίες που κρατούν όσο ένα δελτίο ειδήσεων και σε επικοινωνιακές κορώνες που δεν φωτίζουν τίποτα πέρα από το στούντιο.
Και κάπου εκεί γεννάται το εύλογο ερώτημα: έχουν άραγε τα κόμματα της αντιπολίτευσης πρόγραμμα, κοστολογημένο από το πρώτο μέχρι το τελευταίο ευρώ; Ή πάμε κι όπου βγει, με την ελπίδα ότι κάποιος άλλος θα κάνει τη δύσκολη δουλειά της εξήγησης; Γιατί, κακά τα ψέματα, τα αντιπολιτευόμενα κόμματα -μικρά και μεγάλα- δεν παρουσιάζουν ούτε επικοινωνούν ένα απλό, κατανοητό αφήγημα για το πώς θα αξιοποιούσαν διαφορετικά αυτούς τους πόρους. Δεν λένε στον πολίτη: «Κοίτα, αυτά τα χρήματα πάνε εκεί, αλλά θα μπορούσαν να πάνε αλλού, με αυτό το αποτέλεσμα».
Και κάπως έτσι, η συζήτηση για το Ταμείο Ανάκαμψης καταλήγει να είναι μια χαμένη ευκαιρία. Γιατί το πραγματικό ερώτημα δεν είναι ποιά έργα γίνονται, αλλά ποιά θα μπορούσαν να γίνουν με αυτά τα χρήματα αλλά αγνοούνται. Γιατί όταν το Ταμείο τελειώσει, τότε η χώρα θα πρέπει να σταθεί ξανά στα πόδια της χωρίς ευρωπαϊκό «μαξιλάρι». Τότε, εκτιμώ πως ο απολογισμός θα είναι επικοινωνιακά καλός για την κυβέρνηση, γιατί θα έχει να δείξει έργο, αλλά ουσιαστικά στρεβλός για την κοινωνία, γιατί δεν έχουμε αντιληφθεί την ιστορική ευκαιρία που χάνουμε με το Ταμείο Ανάκαμψης.
Να μου πείτε… πολλά ζητάω! Γιατί στην πραγματικότητα, η πολιτική συζήτηση στην Ελλάδα - αλλά και παγκοσμίως, βλ. ΗΠΑ - έχει καταντήσει κάτι ανάμεσα σε τηλεπαιχνίδι και μεσημεριανή εκπομπή. Αντί να ακούμε επιχειρήματα, ακούμε ντεσιμπέλ. Αντί για τεκμηρίωση, ατάκες. Και αντί για ουσία, βλέπουμε εικόνες, χειρονομίες και μικρές παραστάσεις στα πάνελ μονολόγων, που λειτουργούν πλέον σαν αρένες, όπου ο καθένας προσπαθεί να κερδίσει το επόμενο viral κλιπάκι για να το ποστάρει στα social media.
Το αποτέλεσμα; Ο πολίτης κάθεται στον καναπέ και βλέπει (ή σκρολάρει αφού πολλές φορές η ενημέρωση είναι πλέον δευτερολέπτων από το κινητό) μια πολιτική σκηνή που θυμίζει περισσότερο reality παρά δημόσιο διάλογο. Κανείς δεν του εξηγεί με απλά λόγια τι συμβαίνει στη χώρα: Πώς κινείται η οικονομία; Τί σημαίνουν οι αποφάσεις των Βρυξελλών; Πού πάνε τα χρήματα του Ταμείου Ανάκαμψης; Ποιά είναι τα πραγματικά προβλήματα της χώρας; Όλα αυτά χάνονται μέσα σε φωνές, διακοπές και «δεν με αφήνετε να ολοκληρώσω».
Η κυβέρνηση μιλάει σαν να βρίσκεται σε μόνιμη προεκλογική καμπάνια. Η αντιπολίτευση απαντά με όρους θρησκευτικού αφορισμού. Και κάπου ανάμεσα, η ουσία εξαφανίζεται. Κι εδώ ακριβώς είναι που βρίσκουν χώρο οι αυτόκλητοι σωτήρες, που έχουν εύκολες απαντήσεις σε δύσκολες ερωτήσεις και άμεσα εφαρμόσιμες λύσεις σε προβλήματα ετών. Κι αυτή δεν είναι η απάντηση. Το έχει δείξει η ιστορία.
Πριν «κλείσουμε» πάμε λίγο στα δικά μας. Θράκη, λοιπόν! Το ειδησεογραφικό brand που όλοι θυμούνται… όταν δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς. Για τα αθηναϊκά ΜΜΕ, η περιοχή μοιάζει με εκείνον τον μακρινό συγγενή που τον καλείς στο τραπέζι, μόνο όταν έχεις δράματα να ανακοινώσεις ή να ζητήσεις δανεικά. Αν δεν υπάρχει κρίση, ένταση, φωτιά, μεγάλη σύλληψη ή κάποιο «περίεργο» περιστατικό στα σύνορα ή στη μειονότητα, η Θράκη εξαφανίζεται από τον χάρτη της επικαιρότητας. Σαν να πατάει κάποιος mute.
Τις υπόλοιπες 360 μέρες του χρόνου; Σιωπή. Λες και εδώ δεν ζουν άνθρωποι, δεν υπάρχουν ανάγκες, δεν υπάρχουν προοπτικές. Λες και η καθημερινότητα μιας ολόκληρης περιφέρειας, της Ανατολικής Μακεδονίας & Θράκης, δεν αξίζει τη θέση της στον δημόσιο διάλογο..
Όμως, αν γίνει ένα επεισόδιο που «πουλάει», ειδικά αν αυτό αφορά τη συνύπαρξη χριστιανών και μουσουλμάνων ή τα εθνικά μας θέματα, τότε ξαφνικά η Θράκη γίνεται breaking news. Τότε θυμούνται όλοι ότι υπάρχει αυτό το «ευαίσθητο» γεωγραφικό διαμέρισμα. Τότε γεμίζουν τα πάνελ με «ειδικούς» που δεν έχουν πατήσει ποτέ το πόδι τους εδώ, αλλά ξέρουν τα πάντα για την περιοχή - από μακριά και με ασφάλεια. Χωρίς φυσικά να περπατούν στους ίδιους δρόμους με εμάς.
Κι όμως, τα πραγματικά ζητήματα δεν είναι αυτά που γίνονται viral. Είναι η δημογραφική κατάρρευση, η φυγή των νέων, η εγκατάλειψη των ορεινών χωριών, η αποβιομηχάνιση, η έλλειψη υποδομών, ο αγροτικός κόσμος που ακροβατεί, η κτηνοτροφία του σβήνει, το τρένο που δεν σφυρίζει, η μικρομεσαία επιχειρηματικότητα που χάνει ζωτικό χώρο, ο Κομοτηναίος που ζαλίζεται με τις τιμές στα μάρκετ. Αυτά δεν χωράνε εύκολα στην ατζέντα. Δεν έχουν δράμα, δεν έχουν εικόνα, δεν έχουν «ένταση».
Η επιλεκτική ορατότητα δεν είναι απλώς άδικη. Είναι επικίνδυνη. Δημιουργεί μια Θράκη φτιαγμένη από στερεότυπα, όχι από πραγματικότητα. Και η πραγματικότητα είναι απλή: η Θράκη δεν είναι breaking news μόνο όταν συμβαίνει κάτι κακό. Είναι μια ζωντανή κοινωνία που αναζητά προοπτική και είναι κάτοικοι που ζητούν απάντηση στο ταυτοτικό πλέον ερώτημα που πολλοί σκέφτονται, αρκετοί κάνουν πράξη και λίγοι τολμούν να το πουν δημόσια: γιατί να παραμείνουμε εδώ;
Ακολουθήστε το xronos.gr στο Google News