Έφυγε από την ζωή η ομότιμη καθηγήτρια ΤΕΦΑΑ Ελένη Ζέτου-Μουντάκη
Το χωριό Αμαξάδες πήρε το όνομά του από το επάγγελμα του αμαξοποιού του χωριανού τους
150 ήταν τότε τα παϊτόνια στην Κομοτηνή
Γράφει ο Παράσχος Ανδρούτσος
Η ανακάλυψη του τροχού περί το 3.500 π.Χ. πιθανόν στην Μεσοποταμία, χρησιμοποιήθηκε αρχικά ως τροχός για την διαμόρφωση των αγγείων στην αγγειοπλαστική, αργότερα γύρω στο 3.000 π.Χ. ως συμπαγή ξύλινοι δίσκοι που τους χρησιμοποιούσαν για να κυλούν τις τότε πρωτόγονες άμαξες. Αυτοί οι τροχοί ήταν μια από τις σημαντικότερες επαναστατικές τεχνολογικές εξελίξεις της ανθρωπότητας.
Τροχοί με ακτίνες εμφανίστηκαν γύρω στο 2.000 π.Χ., κάνοντας τα οχήματα πολύ πιο ελαφριά και γρήγορα. Οι αρχαίοι Έλληνες και οι Ρωμαίοι τους τελειοποίησαν για τις άμαξες και για τα πολεμικά άρματά τους.
Μετά λοιπόν από την σημαντικότερη αυτή ανακάλυψη του τροχού που μάλιστα ο τροχός επιτρέπει την εκμηδένιση των τριβών, διευκολύνοντας έτσι την μετακίνηση αντικειμένων μεγάλου βάρους και σε μεγάλες αποστάσεις εμφανίσθηκε και το ανάλογο επάγγελμα του καροποιού. Επαγγέλματα επίσης που είχαν άμεση σχέση με τους καροποιούς ήταν του σιδερά και του ξυλουργού. Τα κάρα οι καροποιοί τα κατασκεύαζαν με μεράκι και έπρεπε να τα φτιάχνουν πολύ γερά για να αντέχουν στο βάρος που κουβαλούσαν και στους κακοτράχαλους δρόμους που διέσχιζαν στα χωριά, στα χωράφια και μέσα στα βουνά που τις περισσότερες φορές τους διάνοιγαν από μόνοι τους.
Οι καροποιοί κατασκεύαζαν σούστες (γρήγορα αλογόκαρα), "παϊτόνια" (σημερινά ταξί), τετράτροχα για άλογα ή μουλάρια, τετράτροχα βοϊδόμαξα που τα έσερναν τα βόδια (ευνουχισμένοι ταύροι ή αγελάδες), επίσης έφτιαχναν και δίτροχα που συνήθως τα έσερναν γαϊδούρια, ιδιαίτερα γνωστοί για την τέχνη του καροποιού ήταν από τα πριν πολλά χρόνια οι Έλληνες Αδριανουπολίτες (ειδικοί στις σούστες) και οι Σαρανταεκκλησιώτες (ειδικοί στα παϊτόνια). Οι σούστες ήταν γρήγορα αλογόκαρα με τοξοειδείς σούστες για να απορροφούν τους κραδασμούς, τέτοιες σούστες είχαν και τα παϊτόνια. Η λέξη παϊτόνι προέρχεται από το γαλλικό phaeton. Η λέξη αυτή έχει τις ρίζες της στην αρχαία ελληνική λέξη Φαέθον. Ο Φαέθον σύμφωνα με την μυθολογία ήταν γιος του Ήλιου. Αυτός μια μέρα ζήτησε από τον πατέρα του να οδηγήσει το φωτεινό άρμα του. Τότε ο Φαέθον μόλις πήρε το άρμα έχασε τον έλεγχο του και για να μην κάψει την γη ο πατέρας του ο Δίας τον έκαψε, έτσι λοιπόν οι Γάλλοι από το όνομα του Φαέθον προς τιμή του έδωσαν το όνομα αυτής της ειδικής άμαξας το όνομα "Φαετόν". Από τους Γάλλους την ονομασία αυτή την πήραν οι Άγγλοι όπως και οι Τούρκοι που το ονόμασαν παϊτόν όπως και οι Έλληνες παϊτόνι. Τα παϊτόνια ήταν δίτροχα ή τετράτροχα που τα έσερνε ένα ή δύο άλογα. Ήταν σκεπασμένα πάνω από την πλευρά των επιβατών. Οι ρόδες τους ήταν ξύλινες και εξωτερικά ήταν επενδυμένες με σκληρό χονδρό λάστιχο για να μην χαράζει τους δρόμους και να πατούν πιο μαλακά οι ρόδες. Επίσης είχαν και τοξοειδείς σούστες για να απορροφούν τους κραδασμούς. Τα παϊτόνια ήταν άμαξες πολυτελείας για εκείνη την εποχή και τα χρησιμοποιούσαν όπως τα σημερινά ταξί. Σήμερα παϊτόνια υπάρχουν σε ορισμένα νησιά για να μεταφέρουν τους τουρίστες, όπως και σε άλλα μέρη της Ελλάδας για να μεταφέρουν τους μελλόνυμφους.
Οι καροποιοί συνδύαζαν την τέχνη του σιδερά και του ξυλά, ορισμένοι πάλι αγόραζαν έτοιμα από ξυλάδες και από τους σιδεράδες κάποια μέρη του κάρου.
Η "εγκυκλοπαίδεια" της περιοχής των Σαπών ο συνταξιούχος διδάσκαλος κ. Γεώργιος Κεραμυδάς μας ενημέρωσε ότι ο καροποιός Αλέξανδρος Κιρκινέζης, ένας από τους τελευταίους καροποιούς των Σαπών κατασκεύαζε τα κάρα αρχίζοντας πρώτα από τις ρόδες.
Κάθε ρόδα είχε το ξύλινο στεφάνι, που σχηματιζόταν από 6 ημικυκλικά κομμάτια. Στη μέση της ρόδας ήταν η κεφαλή (κεφαλάρι), που είχε μια τρύπα στη μέση και 12 άλλες τρύπες περιμετρικά. Από τις τρύπες αυτές ξεκινούσαν 12 ακτίνες (παρμάκια) που κατέληγαν ανά δύο στα 6 ξύλινα ημικυκλικά κομμάτια του στεφανιού της ρόδας.
Τελευταία έβαζε το σιδερένιο στεφάνι (ταμπάνι), που πριν το τοποθετήσουν το ζέσταιναν σε δυνατή φωτιά για να διασταλεί. Όπως ήταν ζεστό με τσιμπίδες το έπιαναν και το τοποθετούσαν γύρω από την ξύλινη ρόδα και με γρήγορες κινήσεις έριχναν την ρόδα μέσα στο νερό για να μην καεί το ξύλο. Το σιδερένιο στεφάνι έσφιγγε αμέσως πάνω στο ξύλινο και γινόταν ένα σώμα. Με τον ίδιο τρόπο, έφτιαχναν και τις άλλες ρόδες. Μετά κατασκεύαζαν τους σιδερένιους άξονες, οι οποίοι ένωναν ανά δύο τις ρόδες. Μέσα στο κεφαλάρι που έμπαιναν οι άξονες υπήρχε τοποθετημένο ένα κυλινδρικό "ποτήρι" πάνω στο οποίο πατούσε ο άξονας όταν γυρνούσε η ρόδα (θυμάμαι που στο χωριό μου όλοι οι ιδιοκτήτες κάρων είχαν κρεμασμένο δίπλα στο κάρο ένα δοχείο που είχε μέσα το κατράνι, αυτό ήταν ένα είδος λιπαντικού που λίπαιναν τον άξονα στο σημείο που πατούσε μέσα στην ρόδα για να κυλάει χωρίς τριβές. Επίσης είχαν και ένα άλλο αντισηπτικό λάδι το φοινίκι που το έβαζαν επάνω στην πληγή του ζώου τους αν πληγωνόταν για να μη σκουληκιάσει η πληγή τους.
Επάνω στους δύο άξονες τοποθετούσαν τις σούστες. Στη συνέχεια κατασκεύαζαν την καρότσα. Αυτή ήταν από ξύλο οξιάς ή πουρναριού. Τα ξύλα αυτά τα έκοβαν σε σανίδες. Συνήθως τρεις σανίδες αποτελούσαν το κάτω μέρος της καρότσας και από δύο ή τρία σανίδια, ανάλογα με το είδος της καρότσας, τα πλαϊνά.
Το επόμενο στάδιο ήταν να φτιάξουν τις σιδερένιες βάσεις των αξόνων που θα ένωναν την καρότσα με τις ρόδες. Ειδικοί σιδεράδες ή ο ίδιος ο καροποιός έφτιαχνε τα σιδερένια κομμάτια του κάρου και ειδικοί ξυλουργοί ή ο ίδιος ο καροποιός πάλι έφτιαχνε τα ξύλινα μέρη του κάρου.
Ένα κάρο για να φτιαχτεί έκαναν οι καροποιοί περίπου δύο ημέρες. Ένα σημαντικό τμήμα του κάρου ήταν το τιμόνι. Ανάλογα με το μέγεθος αλλά και το είδος του, χρησιμοποιούσαν ως τιμόνι μονό ή διπλό ξύλο. Πάνω στο τιμόνι έδεναν το ζώο ή τα ζώα. Η αξία ενός κάρου τότε ήταν όσο σήμερα περίπου η αξία ενός αυτοκινήτου. Τα καροποιεία εκείνης της εποχής ήταν πάρα πολλά όπως τα σημερινά συνεργεία αυτοκινήτων.
Οι καροποιοί της Κομοτηνής
Σε πολλά σημεία της πόλης υπήρχαν καροποιοί και αμαξηλάτες οι οποίο μάλιστα ήταν καταγεγραμμένοι στην δύναμη της Ομοσπονδίας Επαγγελματιών. Σε οδηγό καταστημάτων του 1934-1936 διαβάζουμε ότι στο Σωματείο Αμαξηλατών ήταν εγγεγραμμένα 18 μέλη με πρόεδρο τον Θ. Καλλίτση, επίσης στο Σωματείο Καροποιών και Σιδηροποιών ήταν εγγεγραμμένα 60 μέλη με πρόεδρο τον Απ. Παρδαλίδη. Σε άλλο οδηγό καταστημάτων του 1937-1938 της Ομοσπονδίας Καροποιών διαβάζουμε ότι καροποιοί ήταν οι Δαλίδης Κ., Δαφτσίδης Ι., Θεοχαρίδης Δ., Ιωάννου Κυρ., Λαδόπουλος Δ., Μανούδης Β., Μαρτόπουλος Δ., Μικρογιαννίδης Απ., Μόραλης Αθ., Παναγιωτόπουλος Δ.
Στα επόμενα χρόνια από το 1962 που εγκαταστάθηκε στην Κομοτηνή από τους Μεταξάδες Έβρου και έφτιαξε το καροποιείο του έχουμε τον Χρήστο Σαμπανίδη. Αυτός έμαθε την τέχνη του καροποιού στο Σουφλί και εδώ μαζί με τον πατέρα του Δημήτριο έφτιαχνε όλων των ειδών τα κάρα αφού αγόραζε μεσέδες τους επεξεργαζότανε ο ίδιος, ήταν ειδικός στους ζυγούς των βοϊδάμαξων και υπήρχε η φήμη ότι μόνο τα κάρα του Σαμπανίδη δεν χαλούσαν. Ήταν πρόεδρος των καροποιών την δεκαετία του 1970-1980 ασχολήθηκε με την κατασκευή κάρων μέχρι που βγήκε στη σύνταξη το 1987.
Άλλος καροποιός ήταν ο Αραμπατζής (Βενετίδης) Κωνσταντίνος από τους Μεταξάδες, αυτός εργάστηκε πρώτα στον Ήφαιστο μαζί με τον κουνιάδο του Σαμπανίδη Χρήστο για λίγο καιρό και ύστερα άνοιξε μόνος του δίπλα στο ποτάμι εκεί δίπλα στα ξυλάδικα της Κομοτηνής στο μέρος που κτίστηκε η τέως Νομαρχία Ροδόπης.
Έφτιαχνε όλων των ειδών τα κάρα μέχρι το 1967 περίπου, από εκεί μετακόμισε δίπλα στα σημερινά εργατικά του Κολυμβητηρίου μέχρι το 1970 που το έκλεισε.
Καροποιός ήταν και ο Δημήτριος Κεχαγιάς που είχε πρώτα το καροποιείο του εκεί στην αρχή της οδού Μεγάλου Αλεξάνδρου, ύστερα μετακόμισε στην άκρη του οικισμού Ηφαίστου δίπλα στο καροποιείο του Σαμπανίδη. Ήταν πολύ καλός τεχνίτης, αργότερα όταν τα κάρα άρχισαν να μην έχουν ζήτηση ξεκίνησε και έφτιαχνε καρότσι για φορτηγά.
Οι περισσότεροι καροποιοί αγόραζαν έτοιμα τα ξύλα για την κατασκευή του κάρου στην Κομοτηνή από τον Θωμά Βακιάνη που είχε βιοτεχνία ξύλου εκεί δίπλα στο σινέ REX από ειδικά ξύλα οξιάς τα λεγόμενα στρογγύλια.
Καροποιεία είχε πολλά στην οδό Γρατινής όπου εκεί είχαν καροποιεία χριστιανοί και μουσουλμάνοι. Καροποιεία υπήρχαν πολλά και στην άκρη του ποταμού από το εστιατόριο Αδέλφια μέχρι την αρχή της οδού Μακεδονίας. Εκεί είχε καροποιείο ο Σισμάνης Ιωάννης και πολλοί άλλοι. Καροποιεία είχαν και στην οδό Μαρωνείας, Καβείρων και Σοφίας Βέμπο. Ορισμένοι από αυτούς ήταν ο Δημητριάδης Ιωάννης με καταγωγή από την Σκεπαστό Αν. Θράκης που για κάποιο διάστημα ήταν και πρόεδρος των καροποιών. Ο Κοκονίδης Ιωάννης, ο Σεργκενλίδης Νικόλαος με τον γιό του Αλέξανδρο. Τα αδέλφια Κουτρομανίδης Νίκος και Χριστόπουλος. Ο Λυρατζόπουλος, ο Πρασάς Χαράλαμπος και άλλοι.
Σήμερα κάρα υπάρχουν λίγα μόνο σε κάποια χωριά και 2-3 στο Αλάν-Κογιού όπου οι Ρομά ιδιοκτήτες τους έχουν τοποθετήσει στο κάρο τους ρόδες αυτοκινήτου. Αυτοί κουβαλούν καυσόξυλα, παλιοσίδερα και διάφορα άλλα αντικείμενα.
Οι καροποιοί της περιφέρειας
Στον Ίασμο: Όπως μας ενημερώνει η Παπάζογλου - Βακιάνη Μαίρη οι καροποιοί ήταν την δεκαετία του 1950-1960 ο Ευστάθιος Ματσούδης, ο Βασίλειος Ραξής, ο μπαρμπά Μήτσος από την Μυτιλήνη, αργότερα ήλθε ένας μουσουλμάνος από την Γερμανία και έφτιαχνε κάρα. Ο Αναστάσιος Δώδος είχε ένα κάρο με σούστες που το έλεγαν σούστα ή νταλίκα που πριν την δεκαετία του 1950 μετέφερε εμπορεύματα παραγγελίες στα γύρω χωριά του Ιάσμου.
Στους Αμαξάδες: Οι πρώτοι Έλληνες πρόσφυγες μετά το 1922 που εγκαταστάθηκαν στους σημερινούς Αμαξάδες το σημείο αυτό ονομαζόταν Μαλ-τεπέ. Τότε ένας ντόπιος χωρικός από τον Ίασμο ο Ηλίας Γκουβρίκος εγκαταστάθηκε και αυτός εκεί στην άκρη του χωριού και έφτιαχνε κάρα - αραμπάδες. Από το επάγγελμα αυτουνού ονομάστηκε το χωριό αραμπατζήκιοϊ και από την επιτροπή ονοματοδοσίας οικισμών μετονομάστηκε σε Αμαξάδες. Όταν μεγάλωσε ο γιος του Δημήτριος ακολούθησε το επάγγελμα του πατέρα του μέχρι που απεβίωσε. Σήμερα το καροποιείο αυτό είναι κλειστό εκεί στην άκρη του χωριού και ο μοναδικός επιζών απόγονος είναι ο 81χρονος Μανώλης, συνταξιούχος διδάσκαλος που διαμένει στη Θεσσαλονίκη.
Στις Σάπες: Σύμφωνα με τον Γιώργο Κεραμυδά το επάγγελμα του καροποιού στις Σάπες γνώρισε την μεγαλύτερη ακμή του την περίοδο από το 1920 μέχρι το 1960 περίπου. Μετά άρχισε να φθίνει. Όσοι ήταν καροποιοί, είτε άλλαζαν επάγγελμα είτε έκλειναν το εργαστήριο τους. Αιτία ήταν που ο κόσμος μετακινήθηκε στα μηχανοκίνητα οχήματα.
Την περίοδο πριν τον πόλεμο του 1940 στις Σάπες, για την κατασκευή των κάρων δούλευαν βασικά δύο ειδών τεχνίτες: οι ξυλουργοί και οι σιδεράδες. Μάλιστα υπήρχε μια μόνιμη συνεργασία ανάμεσά τους.
Για παράδειγμα ένας από τους παλιούς σιδεράδες ο Κωνσταντίνος Λιπορδέζης συνεργαζόταν με τους ξυλουργούς Γιανναρίδη Θεόδωρο και Κοζίδη Γεώργιο. Ο σιδεράς Πολυχρονιάδης Ιωάννης συνεργαζόταν με τον ξυλουργό Χαριτόπουλο Κωνσταντίνο. Ο Γιάννης Κιρκινέζης κατασκεύαζε και τα ξύλινα και τα σιδερένια μέρη του κάρου.
Ο Κιρκινέζης Αλέξανδρος το επάγγελμα του καροποιού το έμαθε από τον πατέρα του Ιωάννη. Αυτός ήλθε στις Σάπες το 1920 από το Σουφλί. Εκεί υπήρχαν άριστοι και ονομαστοί καροποιοί. Ο Αλέξανδρος Κιρκινέζης άρχισε να ασχολείται με αυτό το επάγγελμα από 18 χρονών και το συνέχισε για πολλά χρόνια, περίπου μέχρι το 1970, μετά άλλαξε το επάγγελμα αυτό λόγω της εμφάνισης των μηχανοκίνητων οχημάτων.
Στα Αρριανά: Καροποιοί ήταν ο Παντελής Νικολαΐδης μαζί με τον αδελφό του Νικόλαο μέχρι το 1980 περίπου.
Στην Κρωβύλη: Σιδηροκαροποιοί ήταν ο Λουλούδης Γεώργιος και μέχρι τα γεράματά του ο Μπαμπατζής Χαράλαμπος.
Στην Ξυλαγανή: Πολύ ωραίος καροποιός ήταν ο Αλατάκης Χρήστος, επίσης μετέφερε παραγγελίες από την Κομοτηνή στο χωριό ο Παπαδόπουλος Αθανάσιος.
Στην Αίγειρο: Καροποιοί ήταν ο Πατρωνίδης Ηλίας και ο Ισπυρίδης Νικόλαος, παραγγελίες από την Κομοτηνή για το χωριό μετέφεραν με τα κάρα τους ο Καλαϊτζής Γεώργιος και ο Κουρτίδης Ευάγγελος.
Νέα Καλλίστη: Στην Νέα Καλλίστη υπήρχαν δύο ξαδέλφια με επώνυμο Θεοδωσάκης που ήταν καροποιοί, μάλιστα ο ένας έφτιαξε πριν 70 χρόνια ένα όμορφο κάρο μινιατούρα που η νύφη του καταγόμενη από την Διαλαμπή μετέφερε τα δύο παιδιά της μέχρι την Διαλαμπή επάνω στο κάρο που το έσερνε η ίδια.
Τα παϊτόνια της Κομοτηνής
Από την δεκαετία του 1920 μέχρι την δεκαετία του 1960 στο απόγειό τους έφτασαν στην Κομοτηνή να υπάρχουν περί τα 150 παϊτόνια. Το μέρος όπου στάθμευαν ήταν εκεί που βρίσκεται σήμερα το Κ.Ε.Π. στην πλατεία της Κομοτηνής όπου υπήρχε ένα τρίγωνο και παραδίπλα υπήρχε ο δρόμος που ερχόταν από το πάρκο συνέχιζε μέσα από την πλατεία και κατέληγε στην γέφυρα που υπήρχε επάνω από το ποτάμι δίπλα από το σημερινό καφέ Κέκκερη. Το βάθρο του τροχονόμου υπήρχε εκεί δίπλα στην πιάτσα που έκαναν τα παϊτόνια.
Τα περισσότερα παϊόνια τα είχε με υπαλλήλους ο Γεώργιος Φανίδης (Φάνογλου) που είχε το πανδοχείο εκεί δίπλα στον πύργο του ωρολογιού. Επίσης παϊτόνια με υπαλλήλους είχε και ο Κατσαμπέρης Γεώργιος μαζί με τον γιό του. Ο Αλέκος Καβάσης μας ενημέρωσε ότι ο πατέρας του Παράσχος Καβάσης με καταγωγή από τα Πάτερμα της Προύσας από νεαρός άρχισε να εργάζεται ως οδηγός σε παϊτόνι του Γεώργιου Φανίδη, μάζευε τα χρήματα που τον πλήρωνε και έτσι αγόρασε το παϊτόνι από τον Φανίδη το 1935 και το κράτησε μέχρι το 1964. Την περίοδο 1960 μέχρι το 1962 το οδηγούσε και ο γιος του Αλέκος.
Το παϊτόνι του όπως όλα τα παϊτόνια είχε τον χειμώνα σκέπαστρο (κουκούλα) που το καλοκαίρι την κατέβαζαν. Για το βράδυ είχε μπροστά δύο φανάρια και πίσω φωσφορούχα. Επίσης είχε δύο μικρές καμπάνες για κόρνες που τις πατούσε με το πόδι και χτυπούσαν. Το άλογό του το είχε στολισμένο με χρωματιστές φούντες, με χάντρες και έφτιαχνε πλεξούδες την χαίτη και την ουρά του. Από τον Μάρτιο μέχρι τον Νοέμβριο πήγαινε στην Αλεξανδρούπολη στην αρχή με δύο άλογα και ύστερα με ένα.
Δρομολόγια έκανε όπως και όλοι που διέθεταν παϊτόνι μεταφέροντας επιβάτες στο Φανάρι, στην Μαρώνεια, στο Πόρτο Λάγος, στην Ξάνθη, στην Καβάλα και μια φορά μέχρι την Θεσσαλονίκη. Στους γάμους οι μουσουλμάνοι τον προτιμούσαν γιατί το παϊτόνι του ήταν πολύ ανώτερο από τα άλλα. Όταν συνταξιοδοτήθηκε ήθελε να δωρίσει το παϊτόνι στον Δήμο Κομοτηνής αλλά του το έκλεψαν.
Οι ιδιοκτήτες είχαν άδεια αμαξηλάτου που επί επταετίας μπορούσαν να παραδώσουν την άδεια και να τους δοθεί άδεια ταξί όπως και έκαναν ορισμένοι. Στο τέλος παρέμειναν 3-4 παϊτόνια που στάθμευαν εκεί που βρίσκεται σήμερα η Εθνική Τράπεζα και που τότε ήταν το παλιό ΚΤΕΛ. Ένα παϊτόνι πήγαινε και στην σιδηροδρομικό σταθμό απ' όπου έπαιρνε και επιβάτες που ερχόταν με το τρένο στην Κομοτηνή.
Παϊτόνι είχε και ένας μουσουλμάνος ο Φελέκ που διέμενε στην οδό Λεωφόρο Ηρώων.
Όλα τα ανωτέρω επαγγέλματα στην Ροδόπη μιας άλλης εποχής ανήκουν πια στο παρελθόν. Όλοι οι επαγγελματίες εκείνοι απεβίωσαν, υπάρχουν όμως ζωντανές μαρτυρίες, οι απόγονοί τους, που έχουν ζήσει τα επαγγέλματα αυτά μέσω των γονέων τους. Γι' αυτό θα πρέπει μια υπεύθυνη αρχή όπως το Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης να ασχοληθεί με το θέμα αυτό αναθέτοντας σε φοιτητές να κάνουν πλήρη καταγραφή των επαγγελμάτων και των επαγγελματιών αυτών στην Ροδόπη.
Ακολουθήστε το xronos.gr στο Google News