Έφυγε από την ζωή η ομότιμη καθηγήτρια ΤΕΦΑΑ Ελένη Ζέτου-Μουντάκη
Γράφει ο Μιχάλης Καλογιαννίδης, εκπαιδευτικός
Και η απελευθέρωση της Κομοτηνής 14 Μαΐου 1920
Η μεγάλη και χαρμόσυνη είδηση είχε κυκλοφορήσει από βραδύς στην πόλη της Κομοτηνής. Από στόμα σε στόμα η πληροφορία επιβεβαιώνεται. Η Θράκη από αύριο γυρίζει σελίδα στην ιστορία της και απελευθερώνεται από τα δεσμά της πιο σκληρής και μακρόχρονης σκλαβιάς της. Η απόφαση είχε ήδη ληφθεί από τις Συμμαχικές Δυνάμεις στη Διάσκεψη Ειρήνης του Παρισιού.
Από την προηγούμενη ημέρα ο Έλληνας Αρμοστής στη Θράκη Χαρίσιος Βαμβακάς, έλαβε τηλεγράφημα από τον πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο, που βρισκόταν στο Παρίσι, για την απόφαση των Συμμάχων να παραχωρήσουν τη Δυτική Θράκη στην Ελλάδα.
Προς τούτο η Μεραρχία Σερρών, υπό τη Διοίκηση του Υποστρατήγου Επαμεινώνδα (Παμίκο) Ζυμβρακάκη που είχε προωθηθεί τις προηγούμενες ημέρες Ανατολικά της Ξάνθης, στην περιοχή του χωριού Πολυάνθου, έλαβε Διαταγή να εισέλθει από το πρωί της 14ης Μαΐου 1920 και να αναλάβει τη διοίκηση της πόλης της Κομοτηνής.
Ο Θρακιώτικος λαός σκλαβωμένος ουσιαστικά, για πάνω από πέντε (5) αιώνες, από το 1361, στους Οθωμανούς και την τελευταία περίοδο, μέχρι την απελευθέρωση στους χειρότερους Βουλγάρους, αγωνιά, ελπίζει σε καλύτερες ημέρες και ξενυχτάει περιμένοντας να ξημερώσει αυτή η ημέρα, για να ξεσπάσει απ' τη χαρά του και να ξεχυθεί στους δρόμους, κρατώντας ψηλά, ύστερα από τόσα χρόνια μαύρης σκλαβιάς, τις ελληνικές σημαίες.
Ξημερώματα της 14ης Μαΐου 1920 και ολόκληρη η Πόλη της Κομοτηνής βρίσκεται στο πόδι. Οι Κομοτηναίοι, όσοι έχουν απομείνει στην πόλη, υπομένοντας επί χρόνια τις διώξεις και την βάρβαρη συμπεριφορά των κατοχικών βουλγαρικών δυνάμεων, βγάζουν από τα σεντούκια τους τις φυλαγμένες, επί χρόνια, ελληνικές σημαίες, σημαιοστολίζουν σπίτια, δρόμους και πλατείες και ετοιμάζονται για το μεγάλο γεγονός της υποδοχής του απελευθερωτή ελληνικού στρατού.
Οι στιγμές που ακολουθούν είναι ιστορικές, είναι μοναδικές και ενθουσιώδεις. Η χαρά, αλλά και η αγωνία ταυτόχρονα, μήπως και διαψευσθούν οι προσδοκίες τους είναι ζωγραφισμένη στα πρόσωπά τους.
Η τελευταία πληροφορία που διαδίδεται, ότι ο ελληνικός στρατός βρίσκεται έξω από την πόλη και περιμένει το σύνθημα της προέλασης για την θριαμβευτική και ιστορική είσοδο στην πόλη προκειμένου να αναλάβει τη Διοίκησή της, αναπτερώθηκε το ηθικό των Κομοτηναίων. Και πράγματι 8:30 το πρωί, τα πρώτα ένοπλα τμήματα της Μεραρχίας Σερρών, φτάνουν στη διασταύρωση της οδού Κομοτηνής Πόρτο Λάγους, με Ίασμο, με κατεύθυνση στην είσοδο της πόλης.
Ύστερα από μια περίπου ώρα, ακούγονται οι σάλπιγγες που αναγγέλλουν την άφιξη των στρατευμάτων στην είσοδο της πόλης από τον παλιό δρόμο προς Ξάνθη. Φτάνοντας στο ύψος της σιδηροδρομικής γραμμής, οι πρώτες Ελληνίδες, τα νεαρά κορίτσια της πόλης κρατώντας γαλανόλευκες σημαίες και άνθη στα χέρια, προσφέρουν στον επικεφαλής Μέραρχο Ζυμβρακάκη, ανθοδέσμη και τον ραίνουν με λουλούδια.
Ο Διοικητής Έφιππος και φανερά συγκινημένος, περιστοιχούμενος από το Επιτελείο του, ανταποδίδει στρατιωτικό χαιρετισμό και συνεχίζει την πορεία, κατευθυνόμενος προς το κέντρο της πόλεως.
Ο ενθουσιασμός του πλήθους είναι απερίγραπτος. Οι καμπάνες χτυπούν χαρμόσυνα. Ζητωκραυγές με εκδηλώσεις αγάπης και λατρείας προς τον απελευθερωτικό ελληνικό στρατό, δονούν τον αέρα.
Ο κόσμος τρέχει, πλησιάζει τους στρατιώτες, τους αγκαλιάζει και εκδηλώνει με κάθε τρόπο την απερίγραπτη χαρά του.
Οι φαντάροι των Συνταγμάτων, πεζή, με τα όπλα ανηρτημένα στους ώμους, στολισμένοι και αυτοί με λουλούδια προς τους στεφάνωσαν οι νέες της πόλης, βαδίζουν και τραγουδούν «Κάμετε τόπο να διαβούν της Κρέσνας παλικάρια, της Τζουμαγιάς οι ήρωες του Κιλκισιού λιοντάρια».
Συντεταγμένος ο στρατός προχωρεί και φτάνει στο κέντρο της πόλης, στην πλατεία, όπου πρόκειται να λάβει χώρα η παράδοση της πόλης στον Έλληνα στρατηγό Ζυμβρακάκη ως εκπρόσωπο της Ελληνικής Κυβέρνησης, από το Γάλλο στρατηγό Σαρπύ, διοικητή της Διασυμμαχικής Διοίκησης της Θράκης.
Οι στιγμές είναι ιστορικές και το πλήθος ζητωκραυγάζει με ξέφρενο ενθουσιασμό. Στην πλατεία της Κομοτηνής, μπροστά στο Δημαρχείο, είναι συγκεντρωμένοι ο Έλληνας Αρμοστής Χαρίσιος Βαμβακάς, ο Αρχιμανδρίτης της Ιεράς Μητροπόλεως Μαρωνείας Μιχαήλ Κωνσταντινίδης, ο Τούρκος Δήμαρχος της πόλεως Γκαλήπ, ο Αντιδήμαρχος Απόστολος Σούζος, ο Βούλγαρος αντιπρόσωπος Γεωργίεφ και πολλοί άλλοι. Ο Μέραρχος Ζυμβρακάκης χαιρετά τα πλήθη και πλησιάζει προς τον Γάλλο Στρατηγό Σαρπύ, διοικητή της Διασυμμαχικής Διοίκησης της Θράκης και ανταλλάσσει στρατιωτικό χαιρετισμό. Ο Γάλλος Στρατηγός επιδίδει το πρωτόκολλο παραδόσεως της πόλης στον Έλληνα στρατιωτικό Διοικητή πλέον της Κομοτηνής. Αμέσως τοιχοκολλείται και η σχετική προκήρυξή του, γραμμένη σε τρεις (3) γλώσσες ελληνικά, τουρκικά και βουλγαρικά, σχετικά με τον τρόπο διοίκησης, την ανεξιθρησκεία και ισοπολιτεία προς όλους τους κατοίκους.
Η πόλη και ολόκληρη η Δυτική Θράκη και τοπικά πλέον από τη στιγμή αυτή ενσωματώνεται στην αγκαλιά της μητέρας πατρίδας. Ακολουθεί πανηγυρική δοξολογία στο ναό της Παναγίας, για το ευτυχές πλέον γεγονός της απελευθέρωσης της πόλης.
Ένα όνειρο έξι (6) περίπου ολόκληρων αιώνων σκλαβιάς και καρτερίας, γινόταν αυτή τη στιγμή μια ζωντανή και ελπιδοφόρα πραγματικότητα, με τον αέρα της ελευθερίας να πλημμυρίζει τις καρδιές των Θρακιωτών και να διαπερνά απ' άκρου σε άκρο ολόκληρη τη Θράκη.
Για να φτάσει όμως η Θράκη στην πολυπόθητη αυτή ημέρα της ενσωμάτωσής της με την ημέρα πατρίδα, πέρασε δια πυρός και σιδήρου, τόσο από τη συμπεριφορά των άσπονδων γειτόνων, όσο και των συμμάχων και φίλων γενικότερα.
Η τύχη της περιοχής αυτής δοκιμάστηκε πολλές φορές στο παρελθόν και οι Θρακιώτες υπέστησαν απερίγραπτα δεινά και διαχρονικές διώξεις με βασανισμούς και απάνθρωπη συμπεριφορά από μέρους των κατακτητών, Οθωμανών και Βουλγάρων, που επεδίωκαν πάντοτε να την υπεξαιρέσουν, με δόλια μέσα, από την ελληνική επικράτεια, στην οποία διαχρονικά ανήκε.
Χρειάστηκαν, πέρα από τα πεδία των μαχών και διπλωματικοί χειρισμοί, με συνεχείς προσπάθειες, προκειμένου να έχει τελικά ευμενή για τη χώρα μας κατάληξη και παραχώρηση της περιοχής της Δυτικής Θράκης στην αγκαλιά της Ελλάδος.
Πολλοί ήταν οι μνηστήρες που επεδίωκαν να επωφεληθούν και να σφετεριστούν τα εδάφη της Θράκης. Γι' αυτό καλό είναι, κυρίως οι νεώτεροι να γνωρίζουν την ιστορία του τόπου μας, που τόσο βασανίστηκε στο παρελθόν. Άλλωστε η γνώση της ιστορίας, είναι η καλύτερη πυξίδα για τη συνέχιση της πορείας κάθε ιστορικού λαού.
Σε αντίθετη περίπτωση η άγνοια είναι και εσφαλμένη αλλά και επικίνδυνη και μπορεί να οδηγήσει, σε κάθε χρονική συγκυρία, τόσο στην υποδούλωση, όσο και τον παντελή αφανισμό. «Όλβιος, όστις της ιστορίας έσχε μάθηση» είπε ο Ηρόδοτος, που σημαίνει, ότι ευτυχισμένος είναι όποιος γνωρίζει την ιστορία του, αλλά και πιο ευτυχισμένος είναι αυτός που διδάσκεται από την ιστορία του".
Για τη Θράκη μας η περιπέτεια ξεκίνησε πολύ παλιά, από την πτώση της Βασιλεύουσας, την Άλωση δηλαδή της Κωνσταντινούπολης στις 29 Μαΐου του 1453. Με την κατάρρευση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, άρχισε και η μακρόχρονη περίοδος της Τουρκοκρατίας που συνεχίστηκε για τη Θράκη και μετά την ελληνική επανάσταση του 1821 και μέχρι τους Βαλκανικούς Πολέμους 1912-1918 που οδήγησαν ουσιαστικά και τη διάλυση της οθωμανικής αυτοκρατορίας.
Τον Οκτώβριο του 1912, λίγο μετά την έκρηξη του Α' Βαλκανικού Πολέμου, των συνασπισμένων δηλαδή Βαλκανικών κρατών, Ελλάδος, Σερβίας, όπου κάθε εταίρος προσδοκούσε στο να αποκομίσει τα μεγαλύτερα εδαφικά κέρδη, από τη διάλυση της οθωμανικής αυτοκρατορίας, ολόκληρη η Θράκη καταλαμβάνεται από τα βουλγαρικά στρατεύματα. Έτσι η Θράκη περνάει στα χέρια του πιο επικίνδυνου και αδηφάγου γείτονα των Βουλγάρων, που πίστεψαν τόσο ότι μπορούσαν να αναστήσουν την Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου του 1878, με τη στήριξη της Ρωσίας, και να δημιουργήσουν τη μεγάλη Βουλγαρία, όπως διακαώς επιθυμούσαν, με έξοδο στο Αιγαίο Πέλαγος. Η Ελλάδα αγωνιά, διαισθάνεται τον επερχόμενο κίνδυνο, λόγω της ρευστής διεθνούς κατάστασης και δεν μπορεί να ανεχθεί αυτή την προοπτική, παρ' ότι είναι εξουθενωμένη στρατιωτικά και οικονομικά. Έτσι οδηγούμαστε αναγκαστικά σε πόλεμο, εναντίον της πρώην συμμάχου Βουλγαρίας και ο Β' Βαλκανικός Πόλεμος είναι γεγονός.
Ο ελληνικός στρατός, υπερβαίνει τις δυνατότητές του, προελαύνει ταχύτατα και μέσα σε λίγο χρόνο, τον Ιούλιο του 1913 απελευθερώνει το μεγαλύτερο μέρος της Δυτικής Θράκης.
Απελευθερώνονται διαδοχικά η Αλεξανδρούπολη, η Ξάνθη και στις 14 Ιουλίου 1913 απελευθερώνεται και η Κομοτηνή, μέσα σε μια ατμόσφαιρα ξέφρενου ενθουσιασμού και συγκίνησης χριστιανών και μουσουλμάνων. Είναι η μέρα που στο Διοικητήριο της Κομοτηνής, το παλιό πλέον Δικαστικό Μέγαρο, υψώνεται και η πρώτη, ύστερα από 550 περίπου χρόνια η ελληνική σημαία, η ιστορική σημαία της πόλης, με τα κρόσσια που φιλοτέχνησαν βιαστικά, εκείνη την ημέρα, γυναίκες της πόλης και που διαφυλάχτηκε και δωρίθηκε αργότερα, μετά την οριστική απελευθέρωση της πόλης το 1920, στο Δήμο Κομοτηνής, όπου υπάρχει και σήμερα.
Δυστυχώς όμως για μας, ό,τι κερδήθηκε στο πεδίο της μάχης χάθηκε πολύ γρήγορα μάλιστα, στο διπλωματικό πεδίο με τη Συνθήκη Ειρήνης, που ακολούθησε.
Σύμφωνα λοιπόν με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου στις 28 Ιουλίου 1913, ολόκληρη η Δυτική Θράκη επιδικάζεται στη Βουλγαρία με την υποστήριξη κάποιων μεγάλων Ευρωπαϊκών Δυνάμεων, προκειμένου να έχει διέξοδο στη θάλασσα.
Η Θράκη καταδικάζεται έτσι, παντελώς άδικα, σε νέα υποδούλωση και τα χρόνια που ακολουθούν, μεταξύ 1913 - 1919 σημαδεύονται για την περιοχή από μια συστηματική προσπάθεια των Βουλγάρων να οριστικοποιήσουν την κατάληψή της και να την μετατρέψουν σε πλήρη βουλγαρική προσάρτηση.
Μέσα στις επόμενες δέκα (10) ημέρες ο νικηφόρος ελληνικός στρατός αναγκάζεται να αποχωρήσει από την περιοχή, τη δε χαρά και τον ενθουσιασμό των Ελλήνων της Θράκης, πολύ γρήγορα διαδέχεται η πίκρα και η απογοήτευση, για να επακολουθήσει μια μαζική εγκατάλειψη της περιοχής.
Ένας μεγάλος αριθμός Ελλήνων, έχοντας την πικρή γεύση από την προηγούμενη βουλγάρικη κατοχή, εγκαταλείπουν τα σπίτια τους και με κάθε μέσον, παίρνουν και πάλι το δρόμο της προσφυγιάς. Μέσα σε τρεις (3) ημέρες 7-9 Αυγούστου 1913 φτάνουν στους Τοξότες Ξάνθης, περίπου 25.000 πρόσφυγες, από Ξάνθη και Κομοτηνή - όπως γράφει στο Ημερολόγιό του ο Αντιστράτηγος Κωνσταντίνος Ζωρογιάννης, λοχαγός τότε, που είχε σταλεί στην περιοχή με το λόχο του, για την τήρηση της τάξης.
Από τον Οκτώβριο του 1913 που επανήλθαν οι Βούλγαροι και πάλι στη Δυτική Θράκη ως κατακτητές και μέχρι το τέλος του 1914, απέλασαν και εξόρισαν για της βίας ολόκληρο τον ελληνικό πληθυσμό της Θράκης.
Στην Κομοτηνή -όπως γράφει στο ιστόρημά του «Η Δυτική Θράκη και οι Βούλγαροι» ο Κομοτηναίος Στίλπων Κυριακίδης, διευθυντής τότε του Λαογραφικού Αρχείου, το Νοέμβριο του 1914 δεν απέμειναν, παρά μόνο (2) ελληνικές οικογένειες που είχαν μάλιστα και Αυστριακή υπηκοότητα.
Τα πολεμικά γεγονότα που επακολούθησαν με την έναρξη και λήξη του Α' Παγκοσμίου Πολέμου (1914-1918) βρίσκουν τη χώρα μας στην πλευρά των νικητριών δυνάμεων, ενώ αντίθετα και η Βουλγαρία και η Τουρκία στο πλευρό των ηττημένων.
Βρισκόμαστε στο 1919. Ο ελληνικός στρατός, μετά την ανακωχή του πολέμου και στο πλευρό, όπως αναφέραμε, των νικητριών δυνάμεων της Αντάντ, αφού στο μεταξύ έχει καταλάβει ήδη ολόκληρη των Ανατολική Μακεδονία, βρίσκεται στρατοπεδευμένος στην περιοχή Τοξοτών Ξάνθης, όπου διαβιούν εξόριστοι οι περισσότεροι κάτοικοι της Θράκης, που τους είχαν εκδιώξει οι Βούλγαροι από το 1913. Ταυτόχρονα Γαλλικά και Αγγλικά στρατεύματα έχουν καταλάβει την περιοχή της Θράκης, παράλληλα όμως με βουλγαρικές στρατιωτικές δυνάμεις που παρέμεναν στην περιοχή, με την ανοχή κάποιων Ευρωπαίων Συμμάχων, αφού η πονηρή Βουλγαρία είχε ήδη προλάβει να υπογράψει έγκαιρα ανακωχή, 17 Σεπτεμβρίου 1918 στη Θεσσαλονίκη, παραιτούμενη βέβαια των εδαφών που είχε κατοχυρώσει με την Συνθήκη του Βουκουρεστίου από το 1913.
Στη Διάσκεψη Ειρήνης των Παρισίων που ακολουθεί, οι νικητές σύμμαχοί μας συζητούν και επιβάλλουν στους ηττημένους τους όρους της ανακωχής. Όμως η Θράκη, που από το 1913 και με τη γνωστή Συνθήκη του Βουκουρεστίου είχε παραχωρηθεί στους Βουλγάρους δεν παραχωρείται άμεσα στη σύμμαχο Ελλάδα.
Πολιτικές σκοπιμότητες και κρυφά εθνικά συμφέροντα ορισμένων Ευρωπαίων συμμάχων, που επιθυμούν διέξοδο της Βουλγαρίας στο Αιγαίο, παραγνωρίζουν τα απαράγραπτα δικαιώματα της χώρας μας και αντί για παραχώρηση, στη Θράκη επιβάλλεται, σύμφωνα με την ιδιαίτερη συνθήκη του Νεϊγύ 14-11-1919 το ιδιότυπο καθεστώς της Διασυμμαχικής Θράκης, ένα ανεξάρτητο δηλαδή κρατίδιο υπό την εποπτεία των τότε συμμαχικών δυνάμεων.
Η διοίκηση του ιδιότυπου αυτού μορφώματος με το όνομα Διασυμμαχικό κράτος της Δυτικής Θράκης, ανατέθηκε στον αρχιστράτηγο των συμμαχικών δυνάμεων της Ανατολής το Γάλλο Στρατηγό Φανσαί ντ' Εσπεραί, ο οποίος και διόρισε αντιπρόσωπό τον Διοικητή του επίσης Γάλλο στρατηγό Σαρπύ με έδρα την Κομοτηνή και με τη δυνατότητα Ελλάδα και Βουλγαρία να ορίσουν από έναν αντιπρόσωπό τους στη Διοίκηση Σαρπύ.
Με ένα επίσης σχετικό Διάταγμα του Διοικητή, που διέγραφε το σύστημα Διακυβέρνησης της Θράκης, προβλέπονταν επίσης και ένα Ανώτερο Διοικητικό Συμβούλιο που θα αποτελούνταν από αντιπροσώπους των διαφόρων εθνοτήτων που κατοικούσαν τότε τη Θράκη και θα είχε ρόλο συμβουλευτικό στη Διοίκηση Σαρπύ.
Η όλη κατάσταση που δημιουργήθηκε συνεπώς, με την τροπή αυτή των πραγμάτων, ήταν κρίσιμη, τόσο για το μέλλον της Θράκης, όσο και την Ελλάδα και απαιτούσε πλέον άμεσες, επίπονες και συντονισμένες διπλωματικές προσπάθειες. Η μάχη συνεπώς έμενε να δοθεί στο Διπλωματικό και μόνο πεδίο, τόσο στο χώρο των διασκέψεων στο Παρίσι, όσο και τοπικά στο χώρο της Θράκης.
Οι προσπάθειες τελικά ευοδώθηκαν για την Ελλάδα χάρη στη διορατικότητα και τη μεγάλη διπλωματική οξυδέρκεια δύο κυρίως προικισμένων πολιτικών ανδρών της περιόδου εκείνης των πρωθυπουργού Ελευθερίου Βενιζέλου στο Παρίσι και του στενού του συνεργάτη του Χαρίσιου Βαμβακά στην έδρα της Διασυμμαχικής Διοίκησης στην Κομοτηνή, όπου διορίστηκε από τον Σεπτέμβριο του 1919 ως πολιτικός αντιπρόσωπος της Ελλάδος, παράλληλα με τον Βούλγαρο, στη Διοίκηση, δίπλα στον Γάλλο Στρατηγό Σαρπύ.
Παλιός και πιστός συνεργάτης του Βενιζέλου ο Χαρίσιος Βαμβακάς από την Κοζάνη, με σπουδές στα Νομικά στη Γενεύη, δικηγόρος στην Κωνσταντινούπολη, βουλευτής Κοζάνης στην οθωμανική Βουλή των Νεοτούρκων, ανταποκρινόμενος στην πρόσκληση του Βενιζέλου βρέθηκε, αρχικά στο Παρίσι στη Διάσκεψη Ειρήνης, ως αντιπρόσωπος της Ελλάδος σε θέματα Θράκης και του Αλύτρωτου Ελληνισμού.
Προικισμένος με διπλωματική ικανότητα, με θάρρος και πίστη στα δίκαια της Ελλάδος και με πραγματικά φωτεινό μυαλό, αποτέλεσε, από την πρώτη στιγμή της παρουσίας του στη Διασυμμαχική Διοίκηση στην Κομοτηνή, το Κέντρο εξελίξεων που ακολούθησαν και τον κινητήριο μοχλό σε όλες τις πολιτικές και διπλωματικές ενέργειες, που είχαν ως αποτέλεσμα, μισό χρόνο αργότερα, την μεταστροφή των συμμαχικών αντιλήψεων, στο θέμα της Θράκης, την επικράτηση των θέσεων της Ελλάδος και του Βενιζέλου στο Παρίσι για την παραχώρηση της Δυτικής Θράκης στην αγκαλιά της μητέρας Πατρίδος.
Ο Χαρίσιος Βαμβακάς κέρδισε πολύ γρήγορα των Εμπιστοσύνη του Γάλλου Διοικητή Σαρπύ και λόγω της παλαιότερης γνωριμίας τους στη Θεσσαλονίκη αλλά και λόγω της Άριστης γνώσης της Γαλλικής γλώσσας. Αυτή η εμπιστοσύνη λειτούργησε από την αρχή της παρουσίας του στη Θράκη πολύ θετικά, πράγμα που βοήθησε τα μέγιστα στις σχέσεις τους και διευκόλυνε σημαντικά το δύσκολο έργο που ανέλαβε να φέρει σε πέρας.
Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός, ότι κάθε φορά που Βούλγαροι και Τούρκοι εκπρόσωποι κατηγορούσαν τον Έλληνα, εκπρόσωπο για παρεμβάσεις και παράνομες δραστηριότητες του, ο Γάλλος απαντούσε με τη φράση "Μεσιέ Βαμβακάς ε μον αμί" ο κος Βαμβακάς είναι φίλος μου.
Η αλλαγή της πληθυσμιακής εικόνας της Θράκης, με την επάνοδο όλων των προσφύγων και η εκλογή του Έλληνα Εμμανουήλ Δουλά ως προέδρου του Ανωτάτου Πολιτικού και Γνωμοδοτικού Συμβουλίου δίπλα στο Διοικητή, που σήμαινε φυσικά και τη θέληση του Θρακικού λαού, ήταν και η μεγαλύτερη επιτυχία του, που οδήγησε τελικά και στην καθολική αλλαγή της στάσης των Συμμάχων ώστε να συμφωνήσουν ακόμα και στην ημερομηνία εισόδου των ελληνικών στρατευμάτων στη Θράκη που ήταν η 14η Μαΐου 1920 και που σήμαινε οριστικά το τέλος της περιπέτειας για τον ταλαιπωρημένο για πάνω από 5 αιώνες σκλαβιάς, θρακικό λαό.
Ακολουθήστε το xronos.gr στο Google News