Η υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάνης | xronos.gr

Η υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάνης

20/07/25 - 9:00
Η υπογραφή της Συνθήκης  της Λωζάνης

Μοιραστείτε το

Γράφει ο Νικόλαος Κουρούδης, Ανχης ε.α., Επίτιμος Πρόεδρος Ε.Α.Α.Σ. Ροδόπης

Η νέα οροθετική γραμμή Ελλάδας - Τουρκίας ακολουθούσε το μέσο ρου του ποταμού Έβρου, εκτός του Κάραγατς και μικρή γύρω από αυτό περιοχή που παραχωρήθηκε στην Τουρκία

Η επανάληψη του ελληνοτουρκικού πολέμου με μια ελληνική επίθεση στη Θράκη κατά τον Ιούλιο του 1923 πιθανότατα θα οδηγούσε σε μια νέα εθνική ήττα και ταπείνωση και ακόμα σε μια οικονομική καταστροφή της Ελλάδας

Είναι αξιοσημείωτο ότι κατά τη σύσκεψη στην Αθήνα την 7/5 λήφθηκε η απόφαση αντικατασταθεί ο Βενιζέλος στη συνδιάσκεψη της Λωζάνης από τον υπουργό Εξωτερικών Αλεξανδρή, πράγμα που εξέφραζε το φιλοπόλεμο πνεύματος Πάγκαλου και του Χατζηκυριάκου. Βέβαια, ο Βενιζέλος, αν δεχόταν, θα εξακολουθούσε να ηγείται της ελληνικής αντιπροσωπείας, αλλά θα διαπραγματευόταν με βάση τις οδηγίες του Αλεξανδρή.


Την αντικατάστασή του έμαθε ο Βενιζέλος με πικρία από τον ίδιο τον υπουργό των Εξωτερικών ενώ με ανησυχία διαπίστωσε ότι στην Αθήνα είχαν λάβει απόφαση για πόλεμο, τον 4ο ελληνοτουρκικό πόλεμο μετά το 1912, για τον οποίο ήταν απόλυτα αντίθετος. Την αντίθεσή του αυτή ο Βενιζέλος εξέθεσε και στον Αλεξανδρή και την στήριξε στην πεποίθησή του ότι κανείς δεν επρόκειτο να υποστηρίξει την Ελλάδα, ενώ αντίθετα προέβλεπε ότι οι Γάλλοι και οι Ιταλοί θα έκαναν ότι μπορούσαν, για να επιτύχουν μια νέα ελληνική ήττα και ταπείνωση. Τα επιχειρήματα του Βενιζέλου έπεισαν τον Αλεξανδρή, ο οποίος αποφάσισε να συνδράμει τον Βενιζέλο στην προσπάθειά του για ειρήνη, έστω κι αν αυτό ερχόταν σε αντίθεση με τις πρόσφατες αποφάσεις των Αθηνών.

Και τότε ο Βενιζέλος έκανε έναν ελιγμό, που μας έβγαλε από το αδιέξοδο. Ήρθε σε απευθείας επαφή με τον Ισμέτ Ινονού, στον οποίο εξέθεσε με ειλικρίνεια την οικτρή οικονομική κατάσταση της Ελλάδος και ακόμα τον άφησε να εννοήσει ότι οι Έλληνες στρατιωτικοί θα προσπαθούσαν να βρουν μια λύση με πόλεμο. Επίσης συμπλήρωσε ο Βενιζέλος ότι η Ελλάδα θα δήλωνε πως αναγνώριζε το δίκαιο της Τουρκίας για αποζημίωση, ενώ παράλληλα η Τουρκία θα αναγνώριζε την καλή πίστη της Ελλάδας και ταυτόχρονα θα παραιτούνταν από την αποζημίωση. Ο Τούρκος αντιπρόσωπος, που ήταν πολύ καλά πληροφορημένος για την ισχύ του ελληνικού στρατού και για την απόφαση των Ελλήνων στρατιωτικών να επαναλάβουν τον πόλεμο, επιφυλάχτηκε να απαντήσει και ζήτησε κάποια εδαφικά ανταλλάγματα στη Δυτική Θράκη "ώστε να μη γυρίσει στην Άγκυρα με άδεια χέρα. Οι ιδιαίτερες αυτές συνομιλίες Βενιζέλου - Ινονού παρατάθηκαν λίγες μέρες ακόμη και τελικά ο Ινονού δέχτηκε όλους τους όρους του Βενιζέλου και ο Βενιζέλος αντίστοιχα συμφώνησε να παραχωρηθεί στην Τουρκία το προάστιο της Αδριανούπολης Κάραγατς, που βρίσκονταν στη δεξιά όχθη του Έβρου.

Η αναγγελία της συμφωνίας έγινε δεκτή με ανακούφιση στη Λωζάνη αλλά και στην Αθήνα όπου έγινε γνωστό μόλις την παραμονή της ελληνικής επίθεσης στον Έβρο, δηλαδή στις 26 Μαΐου 1923. Το γεγονός όμως αυτό προκάλεσε την πικρία και την αγανάκτηση των Πάγκαλου και Χατζηκυριάκου που έσπευσαν να αποστείλουν στη Λωζάνη το ακόλουθο τηλεγράφημα: Αποδεχόμενοι κατ' αρχήν χάριν της τιμής της Ελλάδος, ατυχή λύσιν επειδή αυτή εγένετο κατά παράβασιν ρητής εγγράφου εντολής δοθείσης υπουργόν Εξωτερικών, Αρχηγοί Στρατού και στόλου πενθούντες από χθες εκφράζουν τη βαθειά λύπην των, αίροντες εφ εξής την προς την αντιπροσωπείαν εμπιστοσύνη των.

Πάγκαλος - Χατζηκυριάκος
Έτσι, και μετά από νέες διαπραγματεύσεις που απέδειξαν για άλλη μια φορά την τουρκική κακοπιστία και αναβλητικότητα, υπογράφηκε τελικά στις 24 Ιουλίου 1923, στην αίθουσα τελετών του Πανεπιστημίου της Λωζάνης, η ομώνυμη συνθήκη. Σύμφωνα με αυτή:

-Η νέα ορεθετική γραμμή Ελλάδας - Τουρκίας ακολουθούσε το μέσο ρου του ποταμού Έβρου, εκτός του Κάραγατς και μικρή γύρω από αυτό περιοχή που παραχωρήθηκε στην Τουρκία.

-Αναγνωρίστηκε η οριστική ελληνική κυριαρχία στα ανατολικά νησιά του Αιγαίου, εκτός από την Ίμβρο και την Τένεδο, όπου όμως θα παραχωρούνταν ευρεία αυτοδιοίκηση. Κατά το άρθρο 13 η Ελλάδα αναλάμβανε την υποχρέωση να διατηρήσει τα ανατολικά νησιά ανοχύρωτα, ενώ οι στρατιωτικές της δυνάμεις σε αυτά θα περιορίζονταν στις κανονικές και σε δυνάμεις χωροφυλακής.

-Με τα άρθρα 15 και 17 η Τουρκία αναγνώρισε την αγγλική κυριαρχία στην Κύπρο και την ιταλική στα Δωδεκάνησα.

-Με τα άρθρα 30-45 ρυθμίζονταν τα θέματα της ιθαγένειας, της προστασίας των μειονοτήτων και της ανταλλαγής των πληθυσμών. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο θα παρέμενε στην Κωνσταντινούπολη, αλλά με περιορισμένες αρμοδιότητες.

-Με τα άρθρα 64-91 ρυθμίζονταν οικονομικά θέματα. Η Ελλάδα δεν θα κατέβαλλε πολεμικές αποζημιώσεις, όπως προαναφέραμε, η Συνθήκη της Λωζάνης εγκατέστησε ένα καθεστώς ειρήνης στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο, ενώ παράλληλα δημιούργησε τις αναγκαίες προϋποθέσεις για την προσέγγιση Ελλάδας και Τουρκίας, που πραγματοποιήθηκε στο Σύμφωνο Φιλίας της Άγκυρας, του 1930, το οποίο υπογράφτηκε από τους Ελευθέριο Βενιζέλο και Μουσταφά Κεμάλ. Βέβαια η υπογραφή αυτού του συμφώνου έγινε και πάλι με το αζημίωτο για την Τουρκία, η οποία επέτυχε να μην καταβάλλει καμία αποζημίωση για τις πλεονάζουσες ελληνικές περιουσίες που εγκαταλείφθηκαν στη Μικρά Ασία και την Ανατολική Θράκη κατά το 1922 μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών και οι οποίες υπερέβαιναν τις τουρκικές που εγκαταλείφθηκαν στην Ελλάδα κατά 60% περίπου γιατί ανταλλάχτηκαν 1.300.000 Έλληνες προς μόλις 750.000 Τούρκους. Σημειώνουμε ακόμα ότι η τουρκική κακοπιστία φάνηκε και κατά το 1925, όταν δημιούργησαν θέμα Πατριάρχη τον οποίο απέλασαν, επειδή τον θεώρησαν ανταλλάξιμο γιατί είχε γεννηθεί σε περιοχή της Μικράς Ασίας.Μπορούσαμε να ανακαταλάβουμε την Ανατολική Θράκη το 1923;

Για να μπορέσουμε να απαντήσουμε στο σημαντικό αυτό ερώτημα, θα πρέπει να ανατρέξουμε σε πολλά δεδομένα αυτής της εργασίας, αλλά και στις διεθνείς συνθήκες του καλοκαιριού του 1923, ιδιαίτερα στις διαθέσεις και τάσεις των τέως συμμάχων μας του Α.Π. Πολ. Άγγλων, Γάλλων και Ιταλών. Ας εξετάσουμε λοιπόν τα δεδομένα.

-Στη Θράκη υπήρχε, κατά την προηγούμενη περίοδο, σαφής ελληνική υπεροχή δυνάμεων ξηράς γιατί έναντι εννέα καλά οργανωμένων και εκπαιδευμένων ελληνικών μεραρχιών πεζικού και μιας ιππικού, οι Τούρκοι διέθεσαν τέσσερις - πέντε που τις είχαν περάσει εμπρός στα μάτια των Συμμάχων από την ασιατική ακτή στην Ευρώπη, παραβιάζοντας έτσι την συνθήκη ανακωχής.

-Ο ελληνικός στόλος κυριαρχούσε στην προποντίδα και μπορούσε να αποκλείσει τη Θράκη από τη θάλασσα, δεδομένου ότι τότε η Τουρκία δε διέθετε ένα πολεμικό πλοίο.

Εκτιμώντας λοιπόν τα προηγούμενα στρατιωτικά δεδομένα, σύμφωνα με τα οποία υφίστατο τότε στη Θράκη ελληνική στρατιωτική υπεροχή δύο προς ένα και στη θάλασσα απόλυτη ναυτική υπεροχή θα πρέπει λογικά να συμπεράνουμε ότι η ελληνική στρατιά του Έβρου θα μπορούσε να ανακαταλάβει το μεγαλύτερο μέρος της Ανατολικής Θράκης μέσα σε 8-10 ημέρες, με την προϋπόθεση βέβαια ότι οι Άγγλοι, Γάλλοι και Ιταλοί θα διατηρούσαν αυστηρή ουδετερότητα. Επίσης, είναι βέβαιο ότι οι Τούρκοι θα προσπαθούσαν να αντιτάξουν σθεναρή άμυνα προ της Κωνσταντινούπολης, στην γραμμή της Τσατάλτζας, της οποίας το ανάπτυγμα είναι μόλις 30 χλμ, μια άμυνα που θα μπορούσε να καθηλώσει την ελληνική επιθετική ενέργεια και να προκαλέσει αποτελμάτωση των επιχειρήσεων.

Ωστόσο, το προηγούμενο ενδεχόμενο δε θα αποτελούσε δυσμενές στοιχείο για την Ελλάδα, επειδή ο αντικειμενικός σκοπός του πολέμου θα είχε ουσιαστικά επιτευχθεί με την ανακατάληψη της Ανατολικής Θράκης. Στην περίπτωση αυτή η Ελλάδα θα είχε εξαλείψει μερικώς τα δυσμενή αποτελέσματα της Μικρασιατικής Εκστρατείας και θα είχε ανακτήσει το διεθνές της κύρος. Αλλά ποια στάση θα τηρούσαν οι τέως σύμμαχοι της Ελλάδος, αν επαναλαμβάνονταν οι εχθροπραξίες στη Θράκη μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων.

-Η στάση του μέχρι τότε σχεδόν κατά κανόνα φιλική ή έστω ενδοτική προς την Τουρκία κατά τη διαρκής προσπάθεια τους για αποφυγή εμπλοκής τους στον ελληνοτουρκικό πόλεμο, μας πείθουν ότι θα κατέβαλλαν κάθε προσπάθεια για τη διακοπή των ελληνοτουρκικών επιχειρήσεων, για επάνοδο των ελληνοτουρκικών στρατευμάτων στον Έβρο και επίσης, για την καταδίκη της Ελλάδας ως επιτιθεμένης χώρας, πράγμα που ίσως να είχε τραγικές συνέπειες για τη χώρα μας, η οποία πιθανότατα θα καλούνταν να καταβάλει στην Τουρκία υπέρογκες πολεμικές αποζημιώσεις ήτο χειρότερο να της παραχωρήσει και εδάφη της.

Έτσι η επανάληψη του ελληνοτουρκικού πολέμου με μια ελληνική επίθεση στη Θράκη κατά τον Ιούλιο του 1923 πιθανότατα θα οδηγούσε σε μια νέα εθνική ήττα και ταπείνωση και ακόμα σε μια οικονομική καταστροφή της Ελλάδας η οποία ήδη αντιμετώπιζε σοβαρότατα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα από μια περίοδο δεκαετιών πολέμων και κυρίως από την εγκατάσταση στα εδάφη της 1,5 εκατομμυρίου προσφύγων, που ακόμα τότε ζούσαν κάτω από σκηνές και τρέφονταν με συσσίτια. Αναμφισβήτητα όλα τα προηγούμενα ενδεχόμενα καθώς και τους φοβερούς κινδύνους για την Ελλάδα, τα εγνώριζε ο Ελευθέριος Βενιζέλος που με άοκνες προσπάθειες επέτυχε την τελευταία στιγμή την υπογραφή μιας συνθήκης ειρήνης, που όχι μόνο εξασφάλιζε τα ύψιστα συμφέροντα της Ελλάδας, αλλά και τη διαφύλαξε από μια νέα πολεμική περιπέτεια, που λόγω των τότε διεθνών συνθηκών θα μπορούσε να έχει τραγικά αποτελέσματα γι' αυτήν.

Αν όμως οι ηγέτες της ελληνικής στρατιάς του Έβρου του 1923, ορμώμενοι από καθαρά στρατιωτικά κριτήρια και εργαζόμενοι νύχτα και μέρα για το μεγαλείο της Ελλάδος και για την επανόρθωση των αδικιών που της έγιναν, δεν καταμέτρησαν κατά βάθος και τις πιθανές διεθνείς αντιδράσεις έναντι εντός νέου ελληνοτουρκικού πολέμου, δεν πρέπει να θεωρούνται με κανένα τρόπο άνθρωποι επιπόλαιοι και φιλόδοξοι επειδή απλούστατα έβλεπαν την κατάσταση από τη δική τους καθαρά άποψη, που βέβαια παρουσίαζε σοβαρά πλεονεκτήματα στην ελληνική πλευρά.

Άλλωστε, όπως είδαμε, έσπευσαν να υπακούσουν στις αποφάσεις και τις διαταγές της ελληνικής κυβερνήσεως έστω και πενθούντες, γιατί έβλεπαν τους κόπους και τα όνειρά τους να μην έχουν πια κανένα αντίκρισμα και γιατί νόμιζαν ότι η Ελλάδα χάνει μια ανεπανάληπτη ευκαιρία.

Χρειάζεται λοιπόν κατανόηση για τις προθέσεις τους και ακόμα θαυμασμός για την τόλμη και την αποφασιστικότητα που επέδειξαν και που αναμφισβήτητα αποτελεί θετικό στοιχείο γι' αυτούς. Επίσης, οι Έλληνες στρατιωτικοί ηγέτες εκείνης της εποχής, και ειδικότερα ο στρατηγός Πάγκαλος Θεόδωρος, πρέπει να θεωρούνται άξιοι της πατρίδος, γιατί επέτυχαν μέσα σε ελάχιστο χρόνο να οργανώσουν και να εκπαιδεύσουν μια νέα ελληνική στρατιά, που όχι μόνο υπερασπίστηκε την ελληνική ανεξαρτησία και ακεραιότητα αλλά κατέστη στα χέρια του Ελευθερίου Βενιζέλου. Το μόνο και πολύ σημαντικό διαπραγματευτικό όργανο για τη σύναψη μιας τίμιας συνθήκης ειρήνης, που έβγαλε την Ελλάδα με το κεφάλι ψηλά από μια περίοδο δεκαετιών πολέμων και περιπετειών.

Live ενημέρωση

Ακολουθήστε το xronos.gr στο Google News

Ροή Ειδήσεων

xronos
xronos.gr

ΑΡ. ΜΗΤ: 232265

mit-logo