Το κωδωνοστάσιο του Ιερού Μητροπολιτικού Ναού Κοίμησης της Θεοτόκου Κομοτηνής | xronos.gr
ΑΡΘΡΟ

Το κωδωνοστάσιο του Ιερού Μητροπολιτικού Ναού Κοίμησης της Θεοτόκου Κομοτηνής

11/04/24 - 8:00
Το κωδωνοστάσιο του Ιερού  Μητροπολιτικού Ναού Κοίμησης της Θεοτόκου Κομοτηνής

Γράφουν ο δρ. Ιωάννης Σιγούρος, εκπαιδευτικός - Διεύθυνση Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης ΠΕ Ροδόπης, κι η MSc Σταυρούλα Σιγούρου, αγρονόμος τοπογράφος μηχανικός - Ειδικός Λογαριασμός Κονδυλίων Έρευνας του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών

Περίληψη
Στην παρούσα εργασία επιχειρείται η μελέτη του κωδωνοστασίου του Μητροπολιτικού Ναού Κοίμησης Θεοτόκου Κομοτηνής, το οποίο βρίσκεται επί της οδού Ελ. Βενιζέλου αρ. 48 και η ανέγερσή του τοποθετείται πιθανότατα μεταξύ των ετών 1878-80.
Μελετήθηκαν οι δύο παλαιότερες καμπάνες του κωδωνοστασίου, από τις οποίες η πρώτη χρονολογείται στα 1871, κατασκευάστηκε στο εργαστήριο μπρούντζου του C. F. Müller στην Τεργέστη, ενώ η δεύτερη χρονολογείται στα 1897, κατασκευάστηκε στο εργαστήριο του Α. Σ. Λαβρόβ στην πόλη Γκάτσινα ΝΔ της Αγ. Πετρούπολης.

Διοίκηση - Πληθυσμιακά στοιχεία της Κομοτηνής
Κατά τον 19ο αιώνα, χρονική περίοδος στην οποία αναφέρεται η παρούσα μελέτη, η οθωμανοκρατούμενη Κομοτηνή (Gümülcine), ανήκε στην Επαρχία (Nahiye) Σεχρ ή Σεχίρ (Sehr ή Sehir) και αυτή, με τη σειρά της, στην Υποδιοίκηση (Kaza) Γκιουμουλτζίνε (Gümülcine). Ακολούθως, η Υποδιοίκηση Γκιουμουλτζίνε αποτελούσε τμήμα της ομώνυμης Διοίκησης (Sancak) Γκιουμουλτζίνε, η οποία υπάγονταν, διοικητικά, στη Γενική Διοίκηση (Vilâyet) Αδριανουπόλεως (Edirne).

Την ίδια χρονική περίοδο, την αυτοδιοίκηση στην Κομοτηνή ασκούσε, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Ηπειρώτη στην καταγωγή και εγκατεστημένου στη Μαρώνεια, ιατρού Μ. Μελίρρυτου, η Ορθόδοξη Πατριαρχική κοινότητα, η οποία λειτουργούσε υπό την εποπτεία της Μητρόπολης η έδρα της οποίας είχε ήδη μεταφερθεί οριστικά στα τέλη του 17ου αι. από τη Μαρώνεια στην Κομοτηνή, γεγονός που βοήθησε στην άμεση επίβλεψη και προστασία της πνευματικής ζωής του ελληνορθόδοξου πληθυσμού της Κομοτηνής από τη Μητρόπολη. Μάλιστα, ο επικεφαλής του σώματος της Δημογεροντίας της Κομοτηνής ήταν ο εκάστοτε επίσκοπος (μητροπολίτης) ή επίτροπος αυτού. Το όργανο της Δημογεροντίας διευθετούσε με αλάθητο τρόπο τα κοινά, ρύθμιζε τις διαφορές των ελληνορθόδοξων κατοίκων, τοποθετούσε ή αντικαθιστούσε τους Επιτρόπους των ναών, τους Εφόρους των σχολείων και άλλων ευαγών ιδρυμάτων της Κοινότητας.

Πληθυσμιακά στοιχεία για το τέλος του 19ου αιώνα πληροφορούμαστε από την Επετηρίδα της Γενικής Διοίκησης Αδριανουπόλεως (Sâlnâme-i Vilâyet-i Edirne) του οικονομικού έτους (sene-i mâlîyye) 1314 Εγίρας (αντιστοίχιση στο Ιουλιανό Ημερολόγιο 01/03/1898 - 28/02/1899), σύμφωνα με την οποία, ο πληθυσμός της Υποδιοίκησης (Kaza) Γκιουμουλτζίνε (Gümülcine) ανερχόταν στους 67.341 κατοίκους. Από αυτούς 6.401 κάτοικοι ανήκαν στην Ορθόδοξη Πατριαρχική Κοινότητα (Rum), 53.393 κάτοικοι ανήκαν στην Μουσουλμανική Κοινότητα (slâm), 329 κάτοικοι ανήκαν στην Αρμένικη Γρηγοριανή Κοινότητα (Ermeni), 6.506 κάτοικοι ανήκαν στην Ορθόδοξη Εξαρχική Κοινότητα (Bulgar) και 712 κάτοικοι ανήκαν στην Ιουδαϊκή Κοινότητα (Yahudi). Ειδικότερα, για τον πληθυσμό της πόλης Κομοτηνής, σε δημοσίευμα της εφημερίδας «Ανατολικός Αστήρ» της Κωνσταντινούπολης, με ημερομηνία 22 Ιανουαρίου 1886, μαρτυρούνται περί τις 700 οικογένειες χριστιανών.

Άποψη του κωδωνοστασίου από τα ΝΑ πριν και μετά τις εργασίες

Ο Μητροπολιτικός Ναός
Ο Μητροπολιτικός Ναός Κοίμησης της Θεοτόκου είναι ρυθμού τρίκλιτης ξυλόστεγης βασιλικής και βρίσκεται πλησίον της ΝΑ γωνίας εντός του βυζαντινού κάστρου της Κομοτηνής. Σημαντική κτητορική μεγαλογράμματη επιγραφή που σώζεται στον νάρθηκα του Ναού αναφέρει τα εξής: «Ο ΝΑΟΣ ΟΥΤΟΣ ΑΝΗΓΕΡΘΗ ΕΚ / ΒΑΘΡΩΝ ΤΩ 1800 ΕΠΙΣΤΑΣΙΑ ΤΟΥ / ΧΑΤΖΗΖΑΧΟΥ ΚΑΙ ΠΑΡΑΣΚΕΥΑ ΚΥΡΙΑΚΟΥ / ΑΥΘΙΣ Δ’ ΑΝΩΚΟΔΟΜΗΘΗ ΤΗ ΕΠΙΣΤΑ / ΣΙΑ ΓΑΛΙΠΗ ΙΩΑΝΝΟΥ ΠΑΡΑΣΚΕΥΑ / ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΧΑΤΖΗΖΑΧΟΥ ΚΑΙ / ΜΟΣΧΟΥ ∙ ΠΑΡΑΣΚΕΥΑ ∙ 1832 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 25». Από την επιγραφή αυτή προκύπτει ότι ο Ναός κατασκευάστηκε στα 1800, ενώ στα 1832 πραγματοποιήθηκε ανοικοδόμηση με την επέκταση και τη δημιουργία ενός τέταρτου κλίτους στη νότια πλευρά του Ναού. Η ανοικοδόμηση του 1832 αποδεικνύεται και από σωζόμενο έγγραφο παλαιοτουρκικής γραφής, το οποίο χρονολογείται στις 17 του μηνός Rebîülevvel (Rabi al-Awwal) του έτους (Εγίρας) 1247 (η αντιστοιχία με το Ιουλιανό ημερολόγιο είναι 26 Αυγούστου 1831) και αποτελεί αίτημα της Εκκλησίας της Κομοτηνής (Μητρόπολη Μαρωνείας και Κομοτηνής) με σκοπό την επισκευή και αποκατάσταση του Ναού. Το αίτημα απευθύνεται στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως δια μέσου του Mehmed Kâmil el-Müvellâ, τοποτηρητή της πόλης της Κομοτηνής και εκπροσώπου του Χαλίφη (ανώτατος θρησκευτικός τίτλος που αποδίδεται στον σουλτάνο). Μαζί με το έγγραφο επισυνάπτεται σκαρίφημα της κάτοψης του Ναού όπου φαίνεται η επέκταση και η δημιουργία ενός τέταρτου κλίτους στη νότια πλευρά του κτηρίου.

Το κωδωνοστάσιο
Το κωδωνοστάσιο του Μητροπολιτικού Ναού Κοίμησης της Θεοτόκου βρίσκεται, επί της οδού Ελ. Βενιζέλου αρ. 48, έξω από το κάστρο της Κομοτηνής, πλησίον της νότιας πλευράς του τείχους. Πρόκειται για ένα σημαντικό μνημείο της Ορθόδοξης Πατριαρχικής Κοινότητας (Rum), της πόλης, το οποίο κατασκευάστηκε στα τέλη του 19ου αιώνα. Η επιλογή της κατασκευής του κωδωνοστασίου σε αυτήν τη θέση οφείλεται στο γεγονός ότι την εποχή εκείνη η οδός Βενιζέλου αποτελούσε προέκταση της κεντρικής οδού εισόδου προς την πόλη από δυσμάς και, συνεπώς, το καμπαναριό έπρεπε να βρίσκεται σε εμφανές σημείο. Στη βάση του κωδωνοστασίου υπήρχε αψίδα, από την οποία γινόταν η μετάβαση των διερχόμενων από την οδό Βενιζέλου προς τον παρακείμενο Μητροπολιτικό Ναό, διαμέσου της νότιας πύλης του κάστρου. Την εποχή εκείνη δεν υπήρχε άλλος τρόπος πρόσβασης, σε αντίθεση με τη σημερινή εποχή κατά την οποία η προσέγγιση στον Ναό γινόταν από την παρακείμενη οδό Θεμιστοκλή Σοφούλη. Η διάνοιξη αυτής της οδού πραγματοποιήθηκε πιθανότατα στο χρονικό διάστημα από τα τέλη της δεκαετίας του 1950 - αρχές της δεκαετίας του 1960, γεγονός που στάθηκε αφορμή να κτιστεί, περί τις αρχές της δεκαετίας του 1970, η αψίδα του κωδωνοστασίου και να μετατραπεί σε ναόσχημο παρεκκλήσι του παρακείμενου Μητροπολιτικού Ναού, μορφή την οποία διατηρεί έως σήμερα.

Οι διαστάσεις στη βάση του κωδωνοστασίου είναι 3,73 m στη βόρεια πλευρά, 3,70 m στη νότια πλευρά εφαπτόμενη επί της οδού Βενιζέλου, 3,57 m στην ανατολική πλευρά και 3,53 m στη δυτική πλευρά. Το ύψος του είναι 18 m, ενώ διαθέτει τρεις ορόφους. Το ισόγειο και ο πρώτος όροφος έχουν κτιστό δάπεδο, ενώ ο δεύτερος και ο τρίτος όροφος ξύλινο. Η πρόσβαση στο εσωτερικό του κωδωνοστασίου γίνεται από μικρή, στενή, κτιστή κλίμακα, η οποία βρίσκεται στη βόρεια πλευρά και οδηγεί στον πρώτο όροφο του κτηρίου. Η ανάβαση από τον πρώτο όροφο προς τους άλλους δύο ορόφους γίνεται από στενή, μεταλλική κλίμακα, η οποία, κατά πάσα πιθανότητα, αντικατέστησε παλαιότερη ξύλινη, όταν εκείνη καταστράφηκε. Η κατασκευή των δύο ξύλινων ορόφων στηρίζεται σε ξύλινους κάθετους δοκούς, που είναι προσαρμοσμένοι στις τέσσερις εσωτερικές γωνίες του κτηρίου, ενώ η εσωτερική κλίμακα είναι στερεωμένη σε ανεξάρτητα μεταλλικά στηρίγματα, που έχουν πακτωθεί στους εσωτερικούς τοίχους του κτηρίου. Η κατασκευή καταλήγει πάνω από το δάπεδο του τρίτου ορόφου απ’ όπου κρέμονται οι καμπάνες του κωδωνοστασίου. Δεδομένου της παλαιότητας και της φθοράς που έχει υποστεί ο φέρων ξύλινος οργανισμός, αλλά και του μεγάλου φορτίου που δέχεται η κατασκευή από το βάρος των έξι καμπανών, που με έναν πρόχειρο υπολογισμό το συνολικό βάρος τους θα πρέπει να ξεπερνά τα 1.200 kgr, θεωρούμε επιτακτική την ανάγκη άμεσης αναστύλωσης και συντήρησης του μνημείου.

Οι δύο ιστορικές καμπάνες του κωδωνοστασίου
Σύμφωνα με προφορική μαρτυρία του εφημέριου του ιερού Μητροπολιτικού Ναού Κοίμησης της Θεοτόκου κ. Βασίλειου Χαδήρογλου, η παλαιότερη σωζόμενη καμπάνα του κωδωνοστασίου, εξαιτίας ραγίσματος που υπέστη παλαιότερα (Εικ. 31), αφαιρέθηκε από το κωδωνοστάσιο και σήμερα φυλάσσεται στον περίβολο του παρακείμενου Μητροπολιτικού Ναού. Πρόκειται για καμπάνα διαμέτρου 0,42 m και ύψους 0,43 m, η οποία φέρει την επιγραφή: «DEPOSITO BRONZI / DI / C. F. MÜLLER / IN / TRIESTE» (ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ ΜΠΡΟΥΝΤΖΟΥ / ΤΟΥ / C. F. MÜLLER / ΣΤΗΝ ΤΕΡΓΕΣΤΗ) και χρονολογία κατασκευής το 1871. Ακόμη, η καμπάνα φέρει διακοσμητικά μοτίβα με επαναλαμβανόμενες φυτικές συνθέσεις, στο επάνω μέρος με φύλλα και ρόδα, ενώ στο κάτω μέρος με σχηματοποιημένα φύλλα αμπέλου που εναλλάσσονται με καρπούς. Επιπλέον, την καμπάνα διακοσμούν τέσσερις παραστάσεις. Ο Εσταυρωμένος, η Θεοτόκος Αριστεροκρατούσα σε όρθια στάση, ο έφιππος Άγιος Γεώργιος Δρακοκτόνος και άγνωστος επίσκοπος, ο οποίος κρατά στο δεξί του χέρι την ποιμαντορική του ράβδο, ενώ με το αριστερό ευλογεί το ποίμνιό του. Κάτω ακριβώς από την προαναφερόμενη παράσταση του Αγίου Γεωργίου σώζεται δεύτερη επιγραφή, η οποία είναι δυσανάγνωστη, εξαιτίας φυσικών φθορών που έχει υποστεί. Επιπλέον, η επιγραφή αυτή φέρει αρκετές συντομογραφίες, που την καθιστούν δυσνόητη. Παρόλα αυτά, έγινε προσπάθεια μεταγραφής αυτής της επιγραφής ως εξής: «Rο. (ίσως συντομογραφία της λέξης Regio) Di(;) Munihi (κατά πάσα πιθανότητα αναφέρεται στο Μόναχο) Pe.(;) ή Se.(;) ic.(;) ή ir.(;)» (Εικ. 39). Πρέπει να σημειωθεί ότι οι δύο προαναφερόμενες επιγραφές, ο φυτικός διάκοσμος, η χρονολογία κατασκευής και οι παραστάσεις των τριών αγίων και του επισκόπου, έχουν δημιουργηθεί με καλούπι κατά τη διαδικασία χύτευσης της καμπάνας. Από την παραπάνω περιγραφή προκύπτει ότι η καμπάνα αυτή κατασκευάστηκε στα 1871 στο εργαστήριο μπρούντζου του C. F. Müller στην Τεργέστη. Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι το όνομα του επιχειρηματία C. F. Müller παραπέμπει στη γερμανική γλώσσα, επειδή την εποχή εκείνη η Τεργέστη διέθετε αυτονομία και πλήθος προνομίων, καθώς ανήκε στην Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία. Το γεγονός αυτό δικαιολογεί την εγκατάσταση, στο σημαντικό αυτό εμπορικό και οικονομικό κέντρο των Αψβούργων, αρκετών γερμανόφωνων επιχειρηματιών. Μάλιστα, όπως προκύπτει από την προαναφερόμενη δεύτερη επιγραφή, μπορούμε να υποθέσουμε ότι ο ιδιοκτήτης του εργαστηρίου C. F. Müller μπορεί να κατάγεται από την περιοχή (Regio) του Μονάχου (Munihi). Τέλος, πρέπει να αναφερθεί ότι η προσπάθεια συσχέτισης των τεσσάρων παραστάσεων με κάποιον συγκεκριμένο τόπο, καθίσταται πολύ δύσκολη, αφού δεν υπάρχουν άλλες πληροφορίες που να βοηθούν προς αυτήν την κατεύθυνση. Παρά το γεγονός αυτό και επιχειρώντας να δοθεί κάποια εξήγηση, οι παραστάσεις αυτές δύναται να συσχετιστούν με την Κομοτηνή, τόπο παραγγελίας της καμπάνας ή με την Τεργέστη, τόπο όπου είχε την έδρα του το εργαστήριο κατασκευής της καμπάνας ή με το Μόναχο, τόπο πιθανής καταγωγής του ιδιοκτήτη του εργαστηρίου C. F. Müller. Από τις τρεις αυτές εκδοχές περισσότερες πιθανότητες συγκεντρώνει η Κομοτηνή, καθώς οι παραστάσεις της Θεοτόκου και του Αγίου Γεωργίου ταυτίζονται με τις δύο κυριότερες και παλαιότερες ενοριακές συνοικίες της πόλης, Βαρωσίου (περιοχή γύρω από την οδό Ελ. Βενιζέλου όπου ο ενοριακός Μητροπολιτικός Ναός Κοίμησης της Θεοτόκου) και Αγίου Γεωργίου (περιοχή στα ανατολικά της πόλης όπου και ο ομώνυμος ενοριακός ναός), οι οποίες μαρτυρούνται σε βιβλίο, δημοσιευμένο στα 1871, του Ηπειρώτη ιατρού Μ. Μελίρρυτου, εγκατεστημένου μόνιμα στη Μαρώνεια. Επιπλέον, η παράσταση του επισκόπου παραπέμπει σε ορθόδοξο μητροπολίτη, εξαιτίας της αμφίεσης (καλυμμαύχι, επανωκαλύμμαυχο), του αρχιερατικού εγκολπίου, της γενειάδας, της ποιμαντορικής ράβδου και της χαρακτηριστικής στάσης του αριστερού του χεριού καθώς ευλογεί το ποίμνιό του. Σε αυτήν την περίπτωση, η παράσταση του επισκόπου θα μπορούσε να ταυτιστεί με τον Μητροπολίτη Άνθιμο, ο οποίος διετέλεσε επίσκοπος Μαρώνειας μεταξύ των ετών 1865-1877 και καταγόταν από την Ηράκλεια της Ανατολικής Θράκης.

Σκανάρετε τον κωδικό με το κινητό σας για να διαβάσετε ολόκληρο τον 44ο τόμο της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών. Στις σελίδες 273-306 έχει δημοσιευτεί το παρόν άρθρο, όπου μπορείτε να ανατρέξετε για περισσότερες φωτογραφίες και να βρείτε την αναλυτική βιβλιογραφία



Όμοια με την προαναφερόμενη καμπάνα του κωδωνοστασίου του ιερού Μητροπολιτικού Ναού Κοίμησης της Θεοτόκου της Κομοτηνής, έχει εντοπιστεί στον Πύργο Ωρολογίου (Ωροσκοπείου) της Πρέβεζας, η οποία έχει κατασκευαστεί στο ίδιο εργοστάσιο και φέρει παλαιότερη, κατά έξι χρόνια, χρονολογία κατασκευής (1865). Όπως σημειώνει ο ερευνητής του Πύργου του Ωρολογίου της Πρέβεζας κ. Ν. Καράμπελας, οι Ηπειρώτες ευεργέτες της Πρέβεζας επίλεξαν να παραγγείλουν την καμπάνα από την Τεργέστη, επειδή την εποχή εκείνη η Πρέβεζα, και η περιοχή της Ηπείρου γενικότερα, διατηρούσε στενούς εμπορικούς δεσμούς με το σπουδαίο αυτό αστικό κέντρο της Δύσης. Σε αντίθεση με την Πρέβεζα, η οθωμανοκρατούμενη Κομοτηνή (Gümülcine) του τέλους του 19ου αιώνα, διατηρούσε στενούς εμπορικούς δεσμούς με αστικά κέντρα που είχε γεωγραφική γειτνίαση, όπως εκείνα του Ευξείνου Πόντου, της Μ. Ασίας και της Ανατολικής Μεσογείου, γενικότερα. Έτσι, η προέλευση της καμπάνας του κωδωνοστασίου του Μητροπολιτικού Ναού από το εργαστήριο χύτευσης του C. F. Müller στην Τεργέστη, αποτελεί σπάνιο γεγονός για την Κομοτηνή και την ευρύτερη περιοχή εκείνης της περιόδου. Για παράδειγμα, τόσο η δεύτερη καμπάνα του κωδωνοστασίου της παρούσας μελέτης, η οποία παρουσιάζεται αναλυτικά παρακάτω, όσο και η καμπάνα του κωδωνοστασίου της γειτονικής στην Κομοτηνή Μαρώνειας, σύμφωνα με τις επιγραφές που φέρουν, είχαν παραγγελθεί από εργαστήρια χύτευσης της Ρωσίας στις πόλεις Γκάτσινα (Га́тчина) 46 χμ. νοτιοανατολικά της Αγίας Πετρούπολης και στο Ροστόφ επί του ποταμού Ντον (Ростов-на-Дону) ανατολικά της Αζοφικής Θάλασσας, αντιστοίχως. Παρόλα αυτά η παραγγελία της καμπάνας του Μητροπολιτικού Ναού Κοίμησης της Θεοτόκου της Κομοτηνής από εργαστήριο της Τεργέστης, μιας πόλης που βρίσκεται στη Δύση και δεν γειτνιάζει ούτε είχε ποτέ στενούς εμπορικούς δεσμούς με τη Θράκη, δύναται να εξηγηθεί ως ακολούθως. Την περίοδο από τα τέλη του 16ου - τις αρχές του 17ου αιώνα παρατηρήθηκε ώθηση μεγάλου τμήματος του Ελληνισμού (εργατών, τεχνιτών, εμπόρων, γεωργών κ.ά.) προς τη Θράκη από διάφορες περιοχές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, μεταξύ των οποίων και αυτής της Ηπείρου. Οι βασικότερες αιτίες αυτών των πληθυσμιακών μετακινήσεων οφείλονται στην έναρξη της παρακμής, η εμφάνιση της οικονομικής κρίσης, η ενίσχυση του δημογραφικού προβλήματος των αστικών κέντρων της Θράκης, η εποικιστική πολιτική και ο τρόπος διοίκησης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Έτσι, εγκαθίστανται στην Κομοτηνή και στην ευρύτερη περιοχή αρκετοί Ηπειρώτες, πολλοί από τους οποίους ήταν οικονομικά εύποροι και διακρίθηκαν στην επιχειρηματική, εμπορική και κοινωνική ζωή του τόπου, ενώ ξεχώρισαν για τις ευεργεσίες τους. Η δράση και η κοινωνική προσφορά τους μαρτυρούνται ποικιλοτρόπως. Σε επιστολή του Νικόλαου Γ. Χατζόπουλου, με ημερομηνία 02-08-1883, προς τη Φιλεκπαιδευτική και Φιλανθρωπική Αδελφότητα Κωνσταντινουπόλεως, αναφέρεται ότι η Κομοτηνή: «Έχει […] και εν Νηπιαγωγείον ιδρυθέν δαπάνη του εξ Ηπείρου Κωνσταντίνου Χ΄΄ (συντομογραφία του προσωνύμιου «Χατζή» που αποδίδεται σε προσκυνητή των Αγίων Τόπων) Ζωίδου και δαπάνη του αυτού συντηρούμενον∙». Το ιστορικό αυτό διδακτήριο βρίσκεται στην αυλή του ιερού Ναού Αγίου Γεωργίου Κομοτηνής και στην πρόσοψή του σώζεται η μεγαλογράμματη κτητορική επιγραφή, η οποία, επιβεβαιώνει τη μαρτυρία της προαναφερόμενης επιστολής, αναφέρει τα εξής: «ΝΗΠΙΑΓΩΓΕΙΟΝ / Χ΄΄.ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΖΩΙΔΟΥ / ΚΑΙ / Χ΄΄. ΒΑΣΙΛΙΚΗΣ ΣΥΖΥΓΟΥ Τ / ΗΠΕΙΡΩΤΩΝ / 1882». Ο γιος του ζεύγους Χ΄΄ Κωνσταντίνου Ζωίδη και της Χ΄΄ Βασιλικής Νικόλαος Ζωίδης καταγόταν από το χωριό Δόλιανη του ανατολικού Ζαγορίου Ιωαννίνων και ήταν 12 ετών όταν οι γονείς του εγκαταστάθηκαν στην Κομοτηνή. Ο Νικόλαος ακολούθησε το επάγγελμα του πατέρα του, διατηρώντας στην πόλη μεγάλο κατάστημα νεωτερισμών, ενώ ταυτόχρονα δραστηριοποιούνταν σε πλήθος άλλες επιχειρηματικές δράσεις. Διετέλεσε Δήμαρχος Κομοτηναίων από τον Οκτώβριο του 1925 μέχρι τον Νοέμβριο του 1927 όταν, αιφνιδίως, απεβίωσε. Το Δημοτικό Συμβούλιο, θέλοντας να αποδώσει ευγνωμοσύνη στο πρόσωπό του, τιμώντας την μνήμη και την πολυσχιδή προσφορά του, αποφάσισε να δώσει το όνομά του σε κεντρικό δρόμο της Κομοτηνής. Ακόμα, ο Απόστολος Σούζος, με καταγωγή από το χωριό Ασπράγγελοι της Ηπείρου, γιος εμπόρου και εγκατεστημένος στην Κομοτηνή από νεαρή ηλικία, όπου διετέλεσε πρώτος δήμαρχος της πόλης από το 1920 έως το 1925. Ο Δήμος επιθυμώντας να ανταποδώσει στο ελάχιστο προς αυτόν την απεριόριστη εκτίμησή του, έδωσε το όνομά του σε οδό στο κέντρο της Κομοτηνής. Ο μεγαλέμπορος, γεννημένος στην Κομοτηνή και καταγόμενος από την Ήπειρο, Λύσανδρος Σκουτέρης διατηρούσε κατάστημα αποικιακών προϊόντων, ήταν συνέταιρος του μεγάλου πανελλήνιου Εμπορικού Οίκου Φωτιάδη - Σκουτέρη και Σία, ενώ διετέλεσε δημοτικός σύμβουλος στον Δήμο Κομοτηνής. Την κατοικία του Λ. Σκουτέρη, επί της οδού Κούλογλου αρ. 10, παραχώρησε στον Δήμο Κομοτηνής με δωρεά της η κόρη του Λύσανδρου Βασιλική Δίντσογλου - Σκουτέρη. Το αρχοντικό αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα αστικής κατοικίας της Κομοτηνής του τέλους του 19ου αιώνα, ενώ σήμερα στεγάζεται σε αυτό το «Θρακικό Εθνολογικό Ιστορικό και Πολιτιστικό Μουσείο Κομοτηνής και Θράκης». Ακόμη, στην Κομοτηνή και στη συμβολή των οδών Ν. Τσανακλή αρ. 15 και Καλλιόπης Παπαθανάση - Μουσιοπούλου, σώζεται το διώροφο νεοκλασικό αρχοντικό του Ηπειρώτη εμπόρου Μαλλιόπουλου, το οποίο κτίστηκε στα 1910. Η παραπάνω ενδεικτική αναφορά επιφανών Ηπειρωτών, που έζησαν στην Κομοτηνή και έδρασαν ποικιλοτρόπως, μας επιτρέπει να υποθέσουμε ότι είναι πολύ πιθανό την καμπάνα αυτή να την παράγγειλε από την Τεργέστη κάποιος εύπορος Ηπειρώτης, που, αν και εγκατεστημένος στην Κομοτηνή, εξακολουθούσε να διατηρεί τους στενούς εμπορικούς δεσμούς που είχε με την πόλη αυτή της Δύσης, πριν ακόμα μεταναστεύσει από την Ήπειρο.

Άποψη του Μητροπολιτικού Ναού Κοίμησης της Θεοτόκου κατά τη διάρκεια εργασιών συντήρησης και αποκατάστασης (Απρίλιος 2020)



Η δεύτερη καμπάνα που μελετήθηκε στην παρούσα έρευνα βρίσκεται αναρτημένη στο κωδωνοστάσιο του ιερού Μητροπολιτικού Ναού Κοίμησης της Θεοτόκου της Κομοτηνής. Πρόκειται για καμπάνα διαμέτρου 0,90 m και ύψους 0,93 m, η οποία φέρει δύο επιγραφές, μία στη ρώσικη και μία στην ελληνική γλώσσα. Η ρώσικη επιγραφή έχει δημιουργηθεί με καλούπι κατά τη διαδικασία χύτευσης της καμπάνας και αναφέρει: «ОТЛИТЪ ГАТЧИНСКИМЪ ЗАВОДОМЪ / ТВА А.С. ЛАВРОВА 1897 ГОДА ВЪ 32 П 30 Ф» (Κατασκευάστηκε από το εργοστάσιο της πόλης Γκάτσινα / από τον συνεταιρισμό Α.Σ. Λαβρόβ το 1897 στα 32 П 30 Ф), ενώ η ελληνική επιγραφή είναι μεγαλογράμματη, έχει δημιουργηθεί με τη διαδικασία χάραξης και αναφέρει: «ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΑΔΕΛΦΩΝ ΚΛΕΑΝΘΟΥΣ ΚΑΙ ΔΟΥΚΑ ΚΟΥΛΟΓΛΟΥ ΟΔΗΣΣΟΣ 1898». Ακόμη, η καμπάνα φέρει ανάγλυφο φυτικό διάκοσμο με φεστόνι από το οποίο εκφύονται τρίφυλλα, άνθη πλαισιωμένα από δύο συμμετρικά σχέδια βλαστών που καμπυλώνουν σε συνεχόμενα λυρόσχημα μοτίβα, καθώς και δύο παραστάσεις, που αποδίδονται στον Άγιο Νικόλαο και στον τσάρο Αλέξανδρο Γ΄ (1845-1894). Η παράσταση του Αγίου Νικολάου φέρει τη συντομογραφία: «Св. Николай» [Святой Николай (Άγιος Νικόλαος)], ενώ η παράσταση του τσάρου Αλέξανδρου Γ΄ φέρει τη συντομογραφία: «Цар. Алекс» [Царь Александр Александрович Романов (τσάρος Αλέξανδρος Αλεξάντροβιτς Ρομανώφ)]. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η καμπάνα αυτή κατασκευάστηκε στα 1897 από το εργαστήριο χύτευσης καμπανών του Αλέξανδρου Στεπάνοβιτς Λαβρόβ στην πόλη Γκάτσινα, η οποία βρίσκεται 45 χμ. ΝΔ της Αγ. Πετρούπολης και ήταν σπουδαίο αριστοκρατικό θέρετρο της τσαρικής αυλής. Οι δύο αριθμοί «32 П και 30 Ф», στο τέλος της ρώσικης επιγραφής, αφορούν την παλαιά ρωσική μονάδα μέτρησης βάρους 32 пуд (πουντ) και την υποδιαίρεσή της 30 фунтов (φουντ). Συγκεκριμένα, το 1 пуд (πουντ) = 40 фунтов (φουντ ή, στην ελληνική απόδοση, λίβρες) = 1280 лотов (λοτ ή, στην ελληνική απόδοση, παρτίδες) = 3.840 золотников (ζολοτνικί ή, στην ελληνική απόδοση, καρούλια) = 368.640 долей (ντόλι ή, στην ελληνική απόδοση, μετοχές). Η αντιστοιχία του 1 пуд (πουντ) σε χιλιόγραμμα είναι 1 пуд = 16,38 kgr, ενώ η αντιστοιχία της υποδιαίρεσης του 1 фунтов (φουντ) σε χιλιόγραμμα είναι 1 фунтов = 0,40 kgr. Με βάση τις προαναφερόμενες αντιστοιχίες, είμαστε σε θέση να υπολογίσουμε με σχετική ακρίβεια το βάρος της καμπάνας σε χιλιόγραμμα, ως εξής: Τα 32 пуда (πούντα) είναι 32 x 16,38 = 524,16 kgr, ενώ τα 30 фунтов (φουντ) είναι 30 x 0,40 = 12 kgr. Αθροίζοντας τα δύο προηγούμενα ποσά, υπολογίζουμε ότι το συνολικό βάρος της καμπάνας είναι 524,16 + 12 = 536,16 kgr. Μαρτυρία αναφορικά με το βάρος της καμπάνας αυτής σε οκάδες καταγράφει σε αναρτημένο δημοσίευμά του ο θεολόγος, εκκλησιαστικός, ιστορικός και νομικός κ. Ιωάννης Σιδηράς, ο οποίος αναφέρει ότι η καμπάνα ζυγίζει 450 οκάδες. Το βάρος αυτό είναι κατά προσέγγιση σωστό, αφού γνωρίζοντας το βάρος της καμπάνας (536,16 kgr) και ότι η 1 οκά = 1,28 kgr, μπορούμε να υπολογίσουμε, με ακρίβεια, το βάρος της καμπάνας σε οκάδες, ως εξής: 536,16 : 1,28 = 418,87 οκάδες. Τέλος, από την ελληνική επιγραφή προκύπτει ότι οι αδελφοί Κλεάνθης και Δούκας Κούλογλου, έμποροι εγκατεστημένοι στην Οδησσό, παράγγειλαν και δώρισαν την καμπάνα αυτή στο κωδωνοστάσιο του ιερού Μητροπολιτικού Ναού Κοίμησης της Θεοτόκου της Κομοτηνής, το έτος 1898.

Συμπεράσματα
Από την παρούσα έρευνα προκύπτει ότι το κωδωνοστάσιο του Μητροπολιτικού Ναού Κοίμησης της Θεοτόκου της Γκιουμουλτζίνε (Gümülcine), σημερινής Κομοτηνής, το οποίο ανήκε στην Ορθόδοξη Πατριαρχική Κοινότητα (Rum) της πόλης, κατασκευάστηκε πιθανότατα μεταξύ των ετών 1878-80 σε πρώην ιδιόκτητο χώρο που παραχώρησε δωρεάν τότε ο Δημήτριος Γαρυφάλλου του Γαρόφαλλου, ιδιοκτήτης της παρακείμενης παλαιάς κατοικίας στα δυτικά του κωδωνοστασίου, όπου η θέση της υφιστάμενης επί της οδού Ελ. Βενιζέλου 50.

Από τις παλαιότερες καμπάνες του κωδωνοστασίου σώζονται δύο. Η πρώτη χρονολογείται στα 1871, κατασκευάστηκε στο εργαστήριο μπρούντζου του C. F. Müller της Τεργέστης και είναι πολύ πιθανό να την παράγγειλε και να τη δώρισε στην τοπική εκκλησία κάποιος εύπορος Ηπειρώτης από εκείνους που, εκείνη την περίοδο, είχαν μεταναστεύσει από την ιδιαίτερη πατρίδα τους και είχαν εγκατασταθεί στην Κομοτηνή. Η δεύτερη καμπάνα χρονολογείται στα 1897, κατασκευάστηκε στο εργαστήριο χύτευσης καμπανών του Αλέξανδρου Στεπάνοβιτς Λαβρόβ στην πόλη Γκάτσινα, κοντά στην Αγ. Πετρούπολη, ζυγίζει 536,16 kgr., και την παράγγειλαν από εκεί οι αδελφοί Κλεάνθης και Δούκας Κούλογλου, οι οποίοι κατάγονταν από την Κομοτηνή, ήταν εγκατεστημένοι στην Οδησσό και ασχολούνταν με το εμπόριο.

Οι δύο αυτές δωρεές αποδεικνύουν ότι η Ορθόδοξη Πατριαρχική Κοινότητα (Rum) της πόλης είχε να επιδείξει αρκετά εύπορα μέλη, τα οποία, ήταν γηγενείς ή κατάγονταν από την Ήπειρο, δραστηριοποιούνταν επιχειρηματικά στην Κομοτηνή ή σε άλλα εμπορικά κέντρα της ευρύτερης περιοχής και έδειχναν ζωηρό ενδιαφέρον να στηρίξουν οικονομικά την τοπική Μητρόπολη και την Ορθόδοξη Πατριαρχική Κοινότητα, γενικότερα.

Live ενημέρωση

Ακολουθήστε το xronos.gr στο Google News

Ροή Ειδήσεων

xronos
xronos.gr

ΑΡ. ΜΗΤ: 232265

mit-logo