Σε Ίασμο και Σάπες την Παρασκευή ο Άδωνις Γεωργιάδης
Τα ξημερώματα της 14ης Μαΐου 1920, ο ελληνικός στρατός εισέρχεται θριαμβευτικά και καταλαμβάνει διαδοχικά όλες τις πόλεις της Θράκης
Με την πεποίθηση ότι η γνώση της ιστορίας είναι η πιο ασφαλής πυξίδα στη ζωή. Χρόνια πολλά
Γράφει ο Μιχάλης Καλογιαννίδης, τ. εκπαιδευτικός, νομικός
Στο πέρασμα των 106 χρόνων από την ιστορική ημέρα της απελευθέρωσης και της οριστικής ενσωμάτωσης της Θράκης στην Ελλάδα, στις 14 Μαΐου του 1920, αυτό καθ' αυτό το γεγονός, ίσως να μην σηματοδοτεί σήμερα στους νεώτερους Θρακιώτες τίποτα παραπάνω από ένα ιστορικό γεγονός, μια επέτειο με το όνομα «Ελευθέρια Θράκης» που ξεθωριάζει όλο και περισσότερο με το πέρασμα του χρόνου και αποκτά μια εορταστική τυπικότητα, που ισοπεδώνει επικίνδυνα την σπουδαιότητα και τη σημασία του γεγονότος.
Έτσι μέσα από τη διαχρονική αποδυνάμωση της ιστορικής μνήμης, ποιος θυμάται πρόσωπα και πρωταγωνιστές, όπως ο Ελευθέριος Βενιζέλος και ο Χαρίσιος Βαμβακάς, ποιος θυμάται έννοιες όπως «Διασυμμαχική Διοίκηση Θράκης, υπό Γαλλική Διοίκηση», ή «Ανώτατο Πολιτικό Συμβούλιο Θράκης». Ποιος θυμάται τους προσωπικούς και διπλωματικούς αγώνες του Έλληνα πρωθυπουργού στο Παρίσι, στα πλαίσια της Συνδιάσκεψης της Ειρήνης, μετά το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, προκειμένου να ξεπεράσει σκοπιμότητες και αντιπαλότητες των Συμμάχων χωρών και να εξασφαλίσει τελικά την παραχώρηση της Θράκης στην σύμμαχο Ελλάδα, την ώρα που κάποιοι, μεταξύ των συμμάχων μας, προωθούσαν τα συμφέροντα της ηττημένης Βουλγαρίας για πρόσβασή της στο Αιγαίο.

Ποιος γνωρίζει πράγματι τον Κοζανίτη συνεργάτη του Βενιζέλου, Χαρίσιο Βαμβακά, απεσταλμένο του ίδιου του πρωθυπουργού στη Θράκη, ως εκπρόσωπό του, που μέσα σ’ ένα σύντομο χρονικό διάστημα στην Κομοτηνή, κατάφερε ν’ αλλάξει την εικόνα της πληθυσμιακής σύνθεσης της Θράκης και να πείσει όλο το θρακικό λαό, χριστιανούς και μουσουλμάνους να δηλώνουν ότι επιθυμούν την απελευθέρωσή τους από τα δεινά των Βουλγάρων και την είσοδο των ελληνικών στρατευμάτων στη Θράκη.
Είναι γνωστό, αλλά αξίζει να το υπενθυμίσουμε στα πλαίσια της Ελευθερίων της, ότι η Θράκη στο πέρασμα των χρόνων αποτέλεσε το εδαφικό εκείνο «φιλέτο», που διεκδίκησαν να το αποκτήσουν επικίνδυνοι γείτονες μας, ακόμα όμως και Μεγάλες Δυνάμεις, ανάλογα με τα συμφέροντά τους. Έτσι στα πλαίσια της λύσης του Ανατολικού ζητήματος, με την αποδυνάμωση και τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η Θράκη εξελίχθηκε σε πεδίο πολεμικών συγκρούσεων μεταξύ των ενδιαφερομένων κρατών.
Στην κρίσιμη περίοδο των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα 1900-1920, η παρουσία και των γειτόνων μας Βουλγάρων στην περιοχή της Θράκης, ήταν σχεδόν μόνιμη, τυχοδιωκτική και πρωτίστως επικίνδυνη στην προσπάθειά τους να καρπωθούν εδάφη ελληνικά με μόνιμο επιδιωκόμενο στόχο την απόκτηση πρόσβασης στο Αιγαίο, ονειρευόμενοι την Μεγάλη Βουλγαρία που τους είχε αναγνωριστεί, βοηθούσης της Ρωσίας, με τη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου 1878, που ευτυχώς ακυρώθηκε και δεν εφαρμόστηκε ποτέ.
Ο Α’ Βαλκανικός Πόλεμος μεταξύ των συνασπισμένων Βαλκανικών λαών Ελλάδος, Σερβίας, Βουλγαρίας, εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, δημιουργεί περισσότερα προβλήματα, αφού η Βουλγαρία καταλαμβάνει ελληνικά εδάφη στην Ανατ. Μακεδονία και τη Θράκη. Η απληστία αυτή των Βουλγάρων οδηγεί την Ελλάδα στον Β’ Βαλκανικό Πόλεμο με αντίπαλο την Βουλγαρία, τα ελληνικά στρατεύματα καταλαμβάνουν όλα τα εδάφη και την Δυτική Θράκη. Όμως αυτό και πάλι διήρκησε για λίγο, διότι οι Μεγάλες Δυνάμεις και τα αντιτιθέμενα συμφέροντά τους για την περιοχή, επιβάλλουν για μια ακόμα φορά τη θέλησή τους και με την Συνθήκη του Βουκουρεστίου, Αύγουστο 1913, χαρίζουν και πάλι τη Δυτική Θράκη στους Βουλγάρους.
Η Θράκη καταδικάζεται άδικα σε νέα βουλγαρική κατοχή και τα χρόνια που ακολουθούν 1913-1919, σημαδεύονται για την περιοχή από μια συστηματική εκβουλγαροποίηση και πλήρη βουλγαρική προσάρτηση. Η βουλγαρική διοίκηση εφαρμόζει μια εξοντωτική πολιτική διώξεων του ελληνικού στοιχείου και πολύ γρήγορα η Θράκη ερημώνει, κλείνουν σχολεία, καίγονται εκκλησίες, αρπάζονται περιουσίες και διώκονται οι Έλληνες, σε μια εκκαθάριση χωρίς προηγούμενο. Στα τέλη του 1914 στην Κομοτηνή ζουν, σύμφωνα με στοιχεία μόνο δύο ελληνικές οικογένειες με Αυστριακή υπηκοότητα. Για να εδραιωθεί μάλιστα στέρεα στο χώρο της Θράκης με υστερόβουλη Βουλγαρία, εισέρχονται και στον επερχόμενο Α’ Παγκόσμιο στο πλευρό του Άξονα Γερμανίας – Αυστροουγγαρίας Τουρκίας, αφού όπως λέγεται, τις υποσχέθηκαν οι σύμμαχοι της Γερμανοί, περισσότερα ακόμη εδάφη σε Μακεδονία και Θράκη.
Η ήττα του Άξονα στον πόλεμο, σε συνδυασμό με τη συμμετοχή της Ελλάδος από το 1916 και στο πλευρό των συμμάχων της Αντάντ, ματαιώνει τα ύπουλα σχέδια της Βουλγαρίας, αφού Ελληνικά στρατεύματα καταλαμβάνουν και πάλι την Ανατολική Μακεδονία και ταυτόχρονα Γαλλικά και Αγγλικά στρατεύματα καταλαμβάνουν τη Θράκη, παράλληλα όμως με τα νικημένα Βουλγαρικά, που διατηρούνται στην περιοχή και πάλι με την ανοχή των Συμμάχων μας, αφού κουτοπόνηρη Βουλγαρία είχε προλάβει να ζητήσει ανακωχή με τις Δυνάμεις της Αντάντ, που υπογράφτηκε στις 17 Σεπτεμβρίου 1918 στη Θεσσαλονίκη και κυρώθηκε αργότερα το 1919 στο Νεϊγύ της Γαλλίας, θέτοντας οριστικό τέλος στις διαχρονικές βλέψεις της για τη Θράκη.
Κι ενώ αρχικά διαφαίνεται να είναι πλέον ανοιχτός ο δρόμος για την δικαίωση των Αγώνων και την ενσωμάτωση της Θράκης στην Ελλάδα, τα αντιτιθέμενα συμφέροντα και οι διχογνωμίες των Συμμάχων στη Διάσκεψη Ειρήνης στο Παρίσι, χωρίς σοβαρή αιτιολογία, αποφάσισαν να προσδιορίσουν τα εδάφη από το Νέστο και ανατολικότερα ως τον ποταμό Έβρο, όντας τα ελληνικά στρατεύματα στην περιοχή του Πολυάνθου, ανατολικά της Ξάνθης, αφού την είχαν απελευθερώσει ήδη από τις 4 Οκτωβρίου του 1919, ως προσωρινή διοικητική περιοχή με την προσωνυμία «Διασυμμαχικό κράτος της Δυτικής Θράκης» ο τρόπος δε διοίκησής του καθορίστηκε με διάγγελμα του Αρχιστράτηγος των Συμμαχικών Δυνάμεων Ανατολής, Γάλλου Φρανσαί ντ’ Εσπεραί, ο οποίος μάλιστα και όρισε ως αντιπρόσωπό του τον επίσης Γάλλο Στρατηγό Σαρπύ, με έδρα την Κομοτηνή και με την δυνατότητα Ελλάδα και Βουλγαρία, παρ' ότι ηττημένη, να ορίσουν από έναν αντιπρόσωπό τους δίπλα στη Διοίκηση Σαρπύ.
Ο πρωθυπουργός Ελ. Βενιζέλος στο Παρίσι, από τα μέσα του 1919, αντιλαμβάνεται τους κινδύνους που διαγράφονται για τη Θράκη και τη σοβαρότητα του προβλήματος, λόγω της διαμάχης των Μεγάλων Δυνάμεων, κάποιοι των οποίων μάλιστα επιθυμούν διέξοδο της Βουλγαρίας στο Αιγαίο, γι' αυτό και αποφασίζει να στείλει, επί τόπου στη Θράκη τον διπλωματικό του σύμβουλο για το θέμα της περιοχής, Χαρίσιο Βαμβακά, διορίζοντάς τον, από 29 Σεπτεμβρίου 1919, ως εκπρόσωπο της ελληνικής κυβέρνησης στη «Διασυμμαχική Διοίκηση» δίπλα στον Γάλλο στρατηγό Σαρπύ, έναν Έλληνα θερμό πατριώτη και χαρισματικό στα διπλωματικά ζητήματος πολιτικό, που έμελλε να πρωταγωνιστήσει και να συνδέσει τ' όνομά του με την ιστορία της Θράκης και την ενσωμάτωσή της στον κορμό της Ελλάδος στις 14 Μαΐου 1920.
Γεννημένος στην Κοζάνη το 1872, σπούδασε Νομικά στη Γενεύη, όπου και ζυμώθηκε στα φοιτητικά του χρόνια με την πολιτική και τα κοινωνικά ρεύματα των νέων της Ευρώπης. Μετά το πέρας των σπουδών του επιστρέφει στην πατρίδα του, που είναι κι αυτή υπό τον οθωμανικό ζυγό, γι' αυτό και αποφασίζει να εγκατασταθεί στην Κωνσταντινούπολη, όπου και ασκεί την δικηγορία, ως Τούρκος πολίτης. Γρήγορα γίνεται γνωστός στους κύκλους της ελληνικής ομογένειας και του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Ασχολείται με την πολιτική, έχει όνειρα και φιλοδοξίες πολιτικές, γι' αυτό και το 1909 επιστρέφει και πάλι στην ιδιαίτερη πατρίδα του στην Κοζάνη και εκλέγεται τοπικός βουλευτής στην οθωμανική Βουλή ως Κωνσταντινούπολης. Ως βουλευτής πλέον στην Πόλη, δραστηριοποιείται σημαντικά, πρωταγωνιστεί σε αγώνες και υπερασπίζεται με θέρμη, μαζί με άλλους Ρωμιούς βουλευτές της οθωμανικής Βουλής, τα δικαιώματα των Ελλήνων ομογενών.
Οι δραστηριότητές του αυτές προκαλούν το κίνημα των Νεοτούρκων που από το 1909 στο συνέδριο τους στη Θεσσαλονίκη είχαν αποφασίσει την εθνική κάθαρση όλων των χριστιανικών πληθυσμών, Ελλήνων, Αρμενίων, Ασσυρίων της οθωμανικής αυτοκρατορίας, έρχεται σε σύγκρουση με το κίνημά τους, δημιουργεί σοβαρές εχθρότητες και επειδή αντιλαμβάνεται τον κίνδυνο για τη ζωή του, επιστρέφει στην ελεύθερη πλέον Θεσσαλονίκη το 1912-1913 και ασχολείται πλέον με την πολιτική, πολύ κοντά στον Βενιζέλο. Σημειωτέον ότι το 1914 οι Νεότουρκοι τον οδηγούν, ερήμην του στα οθωμανικά δικαστήρια και πετυχαίνουν την θανατική ποινή σε βάρος του, για εθνική προδοσία.
Στην Θεσσαλονίκη ο Βαμβακάς, γνώστης της γαλλικής γλώσσας, εκδίδει την γαλλόφωνη εφημερίδα «Τριμπούν» με κύριο στόχο την ενημέρωση της διεθνούς κοινής γνώμης για τα σοβαρά προβλήματα στη Θράκη, εξαιτίας των βουλγαρικών διώξεων και εγκλημάτων σε βάρος του ελληνικού πληθυσμού. Στα πλαίσια της δημοσιογραφικής του δραστηριότητας και γνώστης των γαλλικών ο Βαμβακάς, γνωρίζεται με τον Γάλλο στρατηγό Σαρπύ, διοικητή τότε των Συμμαχικών Δυνάμεων της Ανατολής στη Θεσσαλονίκη και μετέπειτα διοικητής της Διασυμμαχικής Θράκης, συνάπτει φιλικές σχέσεις μαζί του αποκτά την εμπιστοσύνη του, μια γνωριμία που μελλοντικά, όπως κατέληξε, αποτέλεσε τον «καταλύτη» στις σχέσεις του μαζί του, όταν τον Σεπτέμβριο του 1919 έφτασε στην Κομοτηνή, ως εκπρόσωπος της ελληνικής κυβέρνησης στη Διασυμμαχική Διοίκηση δίπλα στον Σαρπύ.
Με τα παρακάτω λόγια, περιγράφει αργότερα ο Βαμβακάς την διαμονή του στην Κομοτηνή: «Κατευθύνθην εις το προσωρινό οίκημά του, ένα παλαιό αρμενικό σπίτι, μόλις εγκαταλειφθέν υπό των Βουλγάρων, χωρίς παράθυρα και με μόνα έπιπλα μια ψάθαν, ένα στρώμα με άχυρον, ένα τραπέζι και ένα κάθισμα… Εκεί υπό το φως μικράς λάμπας κατεστρώθη ο πρώτος διοικητικός χάρτης της Δυτικής Θράκης… πυρσός των Νέων Χωρών», 1925.
Από την πρώτη στιγμή της παρουσίας του Βαμβακά στη Θράκη, αρχίζει να υλοποιείται, μυστικά, σχέδιο γρήγορης αλλαγής της πληθυσμιακής σύνθεσης με τον επαναπατρισμό όλων των διωχθέντων Ελλήνων, προκειμένου να αποτραπεί η ιδέα αυτονομία της Δυτικής Θράκης, που διευκόλυνε κύρια τα σχέδια της Βουλγαρίας. Μερόνυχτα ολόκληρα σιδηροδρομικοί συρμοί μεταφέρουν πίσω στη Θράκη οικογένειες Ελλήνων που είχαν βίαια ξεσπιτωθεί.
Με πρωτοβουλία του Έλληνα πρωθυπουργού, ελληνική στρατιωτική αποστολή υπό τον Συνταγματάρχη Μαζαράκη Αινιάνα, εγκαταστάθηκε στη Σόφια στα πλαίσια της Συνθήκης του Νεϊγύ που υπέγραψε η Βουλγαρία. Έργο της αποστολής ήταν να περιέλθει σ' όλη τη Βουλγαρία προκειμένου να βρει Έλληνες ομήρους, τους αιχμαλώτους και απαχθέντα Ελληνόπουλα, που απήγαγαν οι Βούλγαροι κατά την επτάχρονη κατοχή της Θράκης. Η αποστολή συγκέντρωσε και βοήθησε τον επαναπατρισμό χιλιάδων Ελλήνων και μικρών παιδιών, πίσω στην πατρίδα. Όλη αυτή η κινητοποίηση επαναπατρισμού παρακολουθείται και ενισχύεται οικονομικά από την κυβέρνηση του Βενιζέλου και προσωπικά από τον διευθυντή του υπουργείου Περίθαλψης Επαναπατρισθέντων, Νίκο Καζαντζάκη, τον Μεγάλο Κρητικό συγγραφέα.
Πολύ σύντομα ξανανθίζει η ελληνική ζωή στις πόλεις και τα χωριά της Θράκης. Ανοίγουν τα σχολεία και οι ορθόδοξες ελληνικές εκκλησίες και με γρήγορους ρυθμούς στελεχώνεται η Δημόσια Διοίκηση και η Δημόσια Υγεία. Μέσα σε ελάχιστο χρόνο άλλαξε η εικόνα της Θράκης βοηθούσης και της Γαλλικής Διοίκησης Σαρπύ. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι κάθε φορά που Βούλγαροι και Οθωμανοί εκπρόσωποι, διαμαρτύρονταν προς τον Γάλλο Διοικητή, για παράνομες πράξεις του Βαμβακά, αυτός τους απαντούσε στα γαλλικά με τη φράση «Μεσιέ Βαμβακάς τε μον αμί». Ο Βαμβακάς είναι φίλος μου, έλεγε, και τους αποστόμωνε κατηγορηματικά, δείχνοντας ξεκάθαρα τις προθέσεις του.
Ο Βαμβακάς επεδίωξε και πέτυχε την έγκριτη του Γάλλου διοικητή, για τη συγκρότηση 15μελούς Ανωτάτου Πολιτικού και Γνωμοδοτικού Συμβουλίου από εκπροσώπους του θρακικού πληθυσμού και την εκλογή προέδρου επίσης του οργάνου αυτού από τους αντιπροσώπους του λαού, ως πολιτικού διοικητή με ρόλο βοηθητικό δίπλα στη Στρατιωτική Διοίκηση Σαρπύ. Η εκλογή συνεπώς Έλληνα προέδρου στο Συμβούλιο αυτό ήταν έργο ζωτικής σημασίας για την ελληνική πλευρά και την παραπέρα τύχη της Θράκης, γι’ αυτό και η όλη διαδικασία έλαβε χαρακτήρα Δημοψηφίσματος. Για την ιστορία να αναφέρουμε ότι η σύνθεση του Συμβουλίου απαρτιζόταν από πέντε (5) Έλληνες, πέντε (5) Οθωμανούς, δύο (2) Βούλγαρους και από έναν Αρμένιο, ένα Ισραηλίτη και έναν Λεβαντίνο.
Είναι γεγονός αποδειγμένο και ιστορικά ότι η τύχη της Δυτικής Θράκης διαγραφόταν επισφαλής για την Ελλάδα εκείνη την περίοδο, καθώς ο χώρος της είχε αποβεί πεδίο συγκρούσεων ξένων συμφερόντων. Η κατάσταση ήταν πραγματικά κρίσιμη. Και η μάχη από τον Βενιζέλο και τον Χαρίσιο Βαμβακά δόθηκε στον διπλωματικό στίβο σε όλα τα επίπεδα της Διπλωματίας. Κερδήθηκε τελικά χάρη στο προσωπικό κύρος και την πολιτική δεξιότητα του Βενιζέλου στα Κέντρα των Διασκέψεων των συμμάχων, αλλά και χάρη στην οξυδέρκεια του Χαρίσιου Βαμβακά στην έδρα της Διασυμμαχικής Θράκης, στην Κομοτηνή.
Ο Βαμβακάς εργάστηκε μεθοδικά, τόσο παρασκηνιακά, υπό την ανοχή του φίλου του Γάλλου Στρατηγού Σαρπύ, όσο και διπλωματικά και παρά τη λυσσαλέα αντίδραση των Βουλγάρων του Γκεωργίεφ, όσο και των φανατικών Νεοτούρκων, που επεδίωκαν την εκλογή Βούλγαρου προέδρου στο Πολιτικού Συμβούλιο, κατάφερε, στην ψηφοφορία που διεξήχθη την Κυριακή 4 Απριλίου 1920, να εκλεγεί πανηγυρικά ως πρόεδρος, ο Έλληνας υποψήφιος Εμμανουήλ Δουλάς από το Καραγάτς, λαμβάνοντας δέκα (10) ψήφους από το 15μελές εκλεκτορικό σώμα.

Το αποτέλεσμα της εκλογής Έλληνα προέδρου στο Ανώτατο Πολιτικό και Γνωμοδοτικό Συμβούλιο αντιπροσώπων του θρακικού πληθυσμού, επηρέασε τελικά τη στάση των Συμμάχων μας στο Παρίσι και με σύμφωνη γνώμη τους αποφάσισαν την ενσωμάτωση ολόκληρης της Δυτικής Θράκης στον κορμό της Ελλάδος.
Τα ξημερώματα της 14ης Μαΐου 1920, ο ελληνικός στρατός εισέρχεται θριαμβευτικά και καταλαμβάνει διαδοχικά όλες τις πόλεις της Θράκης. Οι Θρακιώτες υποδέχονται με λουλούδια, πανηγυρισμούς και γαλανόλευκες σημαίες τον ελληνικό Στρατό. Οι σκηνές που εκτυλίσσονται είναι απερίγραπτες. Ο ενθουσιασμός του λαού είναι ξέφρενος. Ένα όνειρο έξι (6) αιώνων άσβεστης ελπίδας για την ελευθερία γίνεται ζωντανή πραγματικότητα.
Στις 4 Μαΐου 1920 η συνεδρίαση της Βουλής των Ελλήνων είχε μια ξεχωριστή ιδιαιτερότητα. Από νωρίς ήταν διάσπαρτη η φήμη ότι ο πρωθυπουργός Ελ. Βενιζέλος θα ανήγγειλε στην εθνική αντιπροσωπεία ένα σημαντικό γεγονός. Και πράγματι όταν ο πρόεδρος της Βουλής εσήμανε την έναρξη της συνεδρίασης, ο πρωθυπουργός ανέβηκε στο βήμα και με βαριά φωνή και συγκίνηση δήλωση προς το Σώμα: «Κύριοι βουλευταί, λαμβάνων την τιμή να ανακοινώσω εις την Βουλήν, ότι ο εθνικός στρατός μας προελάσας εκ Ξάνθης κατέλαβε ολόκληρον την Θράκην και τμήματα αυτού ευρίσκονται ήδη καταυλισμένα εις εν των προαστείων της Αδριανουπόλεως το Κάραγατς… Τη στιγμή αυτή θεωρώ καθήκον από του βήματος να εκφράσω εις τους διοικητές, τους αξιωματικούς, υπαξιωματικούς και στρατιώτες του εθνικού στρατού, τα συγχαρητήρια της κυβερνήσεως».
Η Θράκη και η Κομοτηνή τιμά τους εθνικούς αγώνες και την προσφορά του εθνάρχη Ελ. Βενιζέλου για την ενσωμάτωση της Θράκης στην Ελλάδα και έχει τοποθετήσει τον Χάλκινο Αδριάντα του στην είσοδο της Κομοτηνής από Ξάνθη και μπροστά από το κτίριο του ΕΦΚΑ πρώην ΙΚΑ, να ατενίζει και να χαιρετίζει τους Θρακιώτες, με ψηλά το δεξί του χέρι και να τους καλωσορίζει, για πάντα στην αγκαλιά της μητέρας πατρίδας, κρατώντας στο αριστερό του χέρι, τις επίσημες αποφάσεις των Συμμάχων μας για τον δίκαιο αγώνα και την δικαίωση της πατρίδας μας.
Η Κομοτηνή τιμά επίσης τον έμπιστο συνεργάτη του Βενιζέλου και εκπρόσωπο της ελληνικής κυβέρνησης στη Διασυμμαχική Διοίκηση της Θράκης, Χαρίσιο Βαμβακά, τιμά και δεν ξεχνά τον άνθρωπο που αγωνίστηκε τόσο πολύ για την ελευθερία της και αυτό το δείχνει με την προτομή του, που στολίζει, τοποθετημένη μέσα στο παρκάκι στο βορειοδυτικό άκρο της πλατείας Ειρήνης και θα στολίζει, με λίγη περιποίηση για πάντα την πλατεία της πόλης μας.
Με την πεποίθηση ότι η γνώση της ιστορίας είναι η πιο ασφαλής πυξίδα στη ζωή. Χρόνια πολλά.
Ακολουθήστε το xronos.gr στο Google News