Σε Ίασμο και Σάπες την Παρασκευή ο Άδωνις Γεωργιάδης
Τα ξημερώματα της 14ης Μαΐου 1920, ο Ελληνικός Στρατός ο οποίος στρατοπέδευε έξω από τον Πολύανθο, υπό τις διαταγές του Επαμεινώνδα Ζυμβρακάκη, κατευθύνεται και εισέρχεται στην πόλη της Κομοτηνής, υπό τις επευφημίες του τοπικού πληθυσμού
Γράφει ο Νικόλαος Κουρούδης, Αν/χης ε.α., επίτιμος πρόεδρος Ε.Α.Α.Σ. Ροδόπης
Η Θράκη, στα χιλιάδες χρόνια της ιστορίας της, έχει να επιδείξει, τόσο καλές όσο και άσχημες στιγμές. Υπήρξαν περίοδοι στην ιστορία της όπου ήταν εμφανής η κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη, υπήρξαν όμως και περίοδοι όπου οι κατακτητές της επέδειξαν αγριότητα, με συνέπεια την παρακμή των ευρύτερων περιοχών της Θράκης.
Ιστορικές πηγές χρονολογούν αρχικά την υποδούλωση των περιοχών της Θράκης, από την Οθωμανική αυτοκρατορία, περί τα τέλη του 1360. Τα χρόνια αυτά της οθωμανικής υποδούλωσης, αποτέλεσαν για τις περιοχές της Θράκης σημαντικό παράγοντα αποσταθεροποίησης. Παρά το γεγονός ότι κατά τον Εθνικό Απελευθερωτικό Αγώνα, με αποκορύφωμα το 1821, η Θράκη αν και έδωσε πολλά, τόσο σε έμψυχο όσο και σε άψυχο υλικό, δεν έλαβε σχεδόν τίποτα.
Στο πέρασμα των χρόνων, η Θράκη (σύμφωνα με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου το 1913), παραχωρείται στους Βουλγάρους, οι οποίοι με επέτυχαν την πολυπόθητη διέξοδο προς το Αιγαίο Πέλαγος. Δυστυχώς, η πολιτική ηγεσία του τότε Ελληνικού Κράτους, σεβάστηκε μόνο τους όρους της Συνθήκης, και όχι τους χιλιάδες κατοίκους της Θράκης, οι οποίοι εξεγέρθηκαν και απώθησαν το βούλγαρο κατακτητή. Η κατοχή πλέον των περιοχών της Θράκης από τους βούλγαρους σηματοδοτεί την πλήρη υποβάθμιση της περιοχής, αφού ο νέος κατακτητής είχε ως σκοπό την πλήρη αποξήλωση του Ελληνικού στοιχείου, και πολιτισμού της περιοχής.
Και ενώ, μετά το τέλος του 1ου Παγκοσμίου Πολέμου, άρχισαν να διαφαίνονται σημάδια ενσωμάτωσης της Δυτικής Θράκης, στον κορμό του τότε Ελληνικού κράτους, η Γαλλία αυτή τη φορά, εκπρόσωπος μεν των συμμαχικών δυνάμεων, προς εξυπηρέτηση όμως των συμφερόντων της για προώθηση προς τη Μέση Ανατολή, κατέλαβε τη Δυτική Θράκη (με την πλήρη υποστήριξη και βοήθεια των συμμάχων), και εφάρμοσε ένα ιδιότυπο καθεστώς «Διασυμμαχικής Κατοχής» υπο τη Διοίκηση του Στρατηγού Σαρπύ.
Όμως αυτή τη φορά, τα πράγματα ήταν εντελώς διαφορετικά, σε σχέση με τις προηγούμενες περιόδους. Πλέον, σύμφωνα με το αποτέλεσμα τόσο του 1ου Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά και των Α’ & Β’ Βαλκανικών Πολέμων, η πολυπόθητη Ελευθερία των περιοχών της Θράκης ήταν τόσο κοντά όσο ποτέ άλλοτε.
Μετά την ανακωχή που υπέγραψε η Βουλγαρία στις 29 Σεπτεμβρίου 1918 ως μέλος των Κεντρικών Δυνάμεων (Γερμανία, Αυστροουγγαρία, Οθωμανική Αυτοκρατορία, Βουλγαρία), οι οποίες αντιμαχόταν με τις Δυνάμεις της Αντάντ (Μεγάλη Βρετανία, Γαλλία, Ρωσία, και αργότερα Ιταλία, ΗΠΑ, Ελλάδα) εγκατέλειψε τα εδάφη που κατείχε σε Ελλάδα και Σερβία.
Μετά την υπογραφή της ανακωχής από μέρους της Βουλγαρίας και την αποχώρηση του κυρίου όγκου των συμμαχικών στρατευμάτων, η Δυτική Θράκη εξακολούθησε να παραμένει υπό την κατοχή της τελευταίας, η οποία διατήρησε τόσο στρατιωτικές όσο και πολιτικές αρχές με τη μόνη διαφορά ότι την φορά αυτή εγκαταστάθηκε διασυμμαχικός έλεγχος και ολιγάριθμα συμμαχικά στρατεύματα κατέλαβαν τα σπουδαιότερα κέντρα για την εξασφάλιση των συγκοινωνιών και τη φρούρηση της σιδηροδρομικής γραμμής Κουλελί Μπουργας (Πύθιο του Ν. Έβρου) - Κων/πολεως αλλά και τη διατήρηση της τάξεως στις πόλεις και την ύπαιθρο. Τα ανωτέρω στρατιωτικά τμήματα αποτελούνταν από ένα Γαλλικό τάγμα, ένα τάγμα Σενεγαλέζων, ένα Γαλλικό λόχο και μια Βρετανική διμοιρία. Αρχηγός των στρατευμάτων κατοχής ήταν ο Γάλλος συνταγματάρχης Allier (Αλλιέ) με έδρα αρχικώς το Dedeagatch (Αλεξανδρούπολη) και εν συνεχεία την Ξάνθη και την Κομοτηνή.
Στη Σύνοδο Ειρήνης του Παρισιού, ή Συνδιάσκεψη Ειρήνης των Παρισίων (όπως φέρεται επίσημα) του 1919 , η οποία οργανώθηκε από τις νικήτριες συμμαχικές δυνάμεις της Αντάντ και των ΗΠΑ στο τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, παρουσιάστηκαν έντονες διαφωνίες σχετικά με το ποιος θα έχει την επικυριαρχία της Θράκης.
Οι εκπρόσωποι της Αμερικής στη Συνδιάσκεψη της Ειρήνης, εξέφρασαν την άποψη ενός τύπου κατακερματισμού της Δυτικής Θράκης, όπου συγκεκριμένα ένα τμήμα της περιοχής του σημερινού Νομού Ξάνθης και του Νομού Ροδόπης, θα παραχωρείτο στην Ελλάδα, ενώ απο το υπόλοιπο τμήμα το βόρειο και δυτικό τμήμα της Θράκης θα ήταν υπο Βουλγαρική κυριαρχία το δε υπόλοιπο νότιο και δυτικό τμήμα της Θράκης υπο την επιρροή της νεοσύστατης τότε Κοινωνίας των Εθνών.
Οι εκπρόσωποι της Γαλλίας στη Συνδιάσκεψη της Ειρήνης, προσπαθώντας να κατευνάσει τις αντιμαχόμενες απόψεις, εξέφρασαν την άποψη να δημιουργηθεί ένα ελεύθερο κράτος υπο την επωνυμία «Dedeagatch», το οποίο κατ’ ουσία θα περιλάμβανε ένα μικρό τμήμα της Δυτικής Θράκης, και συγκεκριμένα ένα διάδρομο κατά μήκους της σιδηροδρομικής γραμμής, έως και τη σημερινή Ανδριανούπολη.
Δυστυχώς χρειάστηκε να περάσει ένας χρόνος, για να φθάσουμε στην οριστική απόφαση, και συγκεκριμένα, με τη Συνθήκη του Νεϊγύ η οποία υπογράφηκε στις 27 Νοεμβρίου 1919 στην κωμόπολη Νεϊγύ-συρ-Σεν (γαλλικά: Neuilly sur Seine) μεταξύ της Βουλγαρίας και των νικητριών δυνάμεων του Α' Παγκοσμίου πολέμου, αποφασίστηκε η Δυτική Θράκη, έως την οριστική διευθέτηση της τύχης της, να διοικείται υπό Γάλλου Αρμοστή, αποτελούμενη με τον τρόπο αυτό, από ένα τύπο «Διασυμμαχικού Κράτους». Μεταξύ άλλων, αποφασίστηκε να εκκενωθεί η Δυτική Θράκη από τους Βουλγάρους, και να εγκατασταθεί Γάλλος Αρμοστής με έδρα την Κομοτηνή ο Στρατηγός Charpy.
Η οριστική διευθέτηση της τύχης της Θράκης (Ανατολικής και Δυτικής), δόθηκε στη Διάσκεψη του Σαν Ρέμο τον Απρίλιο του 1920, υπό την προεδρία του Ιταλού Πρωθυπουργού Francesco Saverio Nitti (Φραντσεσκο Σαβιέρο Νίττι). Αξίζει να σημειωθεί, ότι στη συγκεκριμένη Διάσκεψη ήταν παρόν και ο Μουσουλμάνος Πρόκριτος της Δυτικής Θράκης Αχμέτ Ιλσάν Μπέης, ο οποίος διαβεβαίωσε τα μέλη της Διάσκεψης ότι «οι Μουσουλμάνοι της Θράκης προτιμούσαν τότε, έναντι κάθε άλλου κράτους την Ελλάδα. Δεν ήθελαν τους Νεότουρκους και κυρίως τους Βουλγάρους λόγω των πολλών βιαιοπραγιών που είχαν διαπράξει εκεί από το 1913 έως το 1918».
Οι αποφάσεις στη Διάσκεψη του Σαν Ρέμο, οι οποίες αφορούσαν τη Θράκη, ελήφθησαν παμψηφεί. Συγκεκριμένα: Η Θράκη ολόκληρη, η οποία είχε καταληφθεί το 1919 από τα συμμαχικά στρατεύματα της Αντάντ, τα οποία τερμάτισαν τη Βουλγαρική κατοχή της Δυτικής Θράκης, παρεχωρείτο στην Ελλάδα. Τα σύνορα της Ελλάδας θα έφταναν ανατολικά περί τα 30 χιλιόμετρα έξω από την Κωνσταντινούπολη, ενώ μας παραχωρήθηκε η χερσόνησος της Καλλίπολης, και η Αδριανούπολη.
Αναλυτικότερα η γραμμή των νέων συνόρων της Ελλάδας ξεκινούσε από τα σύνορα του 1913 και από τον ποταμό Νέστο, ακολουθούσε την κορυφογραμμή της Ροδόπης και ειδικότερα του Καρτάλ Νταγ και έφτανε έως 4 χιλιόμετρα βόρεια του Κιουτσούκ Δερβέν (Μικρό Δέρειο). Από εκεί στρέφονταν προς βορρά περνούσε ανατολικά του Ορτάκιοϊ (σήμερα βουλγαρικό Ιβαήλοβγκραντ) και έφτανε στον ποταμό Έβρο στο Μουσταφά Πασά (σήμερα βουλγαρικό Σβίλεγκραντ). Συνέχιζε ανατολικά και ακολουθούσε την οριογραμμή των τουρκοβουλγαρικών συνόρων του 1915 και ακολούθως την μεθόριο του 1913, καταλήγοντας στον Εύξεινο Πόντο, προς βορρά της Θυνιάδος Άκρας.
Προς την πλευρά της Κωνσταντινουπόλεως η οροθετική γραμμή άρχιζε από τη λίμνη των Δέρκων προς την πλευρά του Εύξεινου Πόντου και κατέληγε, ακολουθώντας τη γραμμή των οχυρώσεων της Τσατάλτζας, στο μυχό του κολπίσκου του Μεγάλου Τσεκμετζέ στην Προποντίδα. Με άλλα λόγια το έδαφος που παραχωρήθηκε στην Ελλάδα τότε είχε έκταση σχεδόν 30.000 τετραγωνικών χιλιομέτρων.
Τα ξημερώματα της 14ης Μαΐου 1920, ο Ελληνικός Στρατός ο οποίος στρατοπέδευε έξω από τον Πολύανθο, υπό τις διαταγές του Επαμεινώνδα Ζυμβρακάκη, κατευθύνεται και εισέρχεται στην πόλη της Κομοτηνής, υπό τις επευφημίες του τοπικού πληθυσμού, και αναλαμβάνει την προκάλυψη των συνόρων με αποσπάσματα προς εξασφάλιση των πλευρών του στρατεύματος κατά τις επιχειρήσεις στην Ανατολική Θράκη.
Ο Ζυμβρακάκης με το επιτελείο του (συνταγματάρχης Ψαρράς, ταγματάρχης Μπιτσάκης, λοχαγός Δαβάκης, ο κατοπινός ήρωας της Πίνδου το 1940 κ.ά.) έφιπποι κατευθύνθηκαν στην κεντρική πλατεία μπροστά στο Δημαρχείο. Εκεί έγινε από το Γάλλο στρατηγό Σαρπύ η παράδοση της πόλης στον ελληνικό στρατό. Αφού ο Σαρπύ παρέδωσε το πρωτόκολλο παράδοσης της πόλης, πήγαν στην εκκλησία της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, όπου εψάλη Δοξολογία για την απελευθέρωση.

Η ημερομηνία της 14ης Μαΐου 1920, σηματοδοτεί κατ’ ουσία, την ενσωμάτωση της Δυτικής Θράκης, και συγκεκριμένα των Νομών Ροδόπης και Έβρου, στον Εθνικό κορμό του Ελληνικού Κράτους. Επί σειρά ετών, η Ελληνική Διπλωματία επέδειξε ουσιαστικό έργο προς τους ξένους διπλωμάτες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο Χαρίσιος Βαμβακάς. Το 1919 διορίστηκε από τον Ελευθέριο Βενιζέλο αντιπρόσωπος της ελληνικής κυβέρνησης στη Διασυμμαχική Κυβέρνησης Θράκης. Από τη θέση αυτή εργάστηκε για την ενσωμάτωση της περιοχής στην ελληνική επικράτεια. Τον Μάιο του 1920 διορίστηκε Γενικός Διοικητής Δυτικής Θράκης. Ο Βαμβακάς στη διάρκεια της Διασυμμαχικής επέδειξε έντονη δράση και προσπάθησε να δημιουργήσει τς συνθήκες εκείνες που θα έφερναν την ένωση της Θράκης με την Ελλάδα. Προσπάθησε να προσεταιριστεί το μουσουλμανικό στοιχείο, να κερδίσει την εύνοια των Γάλλων στρατιωτικών και να τοποθετήσει σε θέσεις διοίκησης Έλληνες, εκ των οποίων αρκετοί Θράκες που είχαν αναγκαστεί να μετοικήσουν στη διάρκεια της βουλγαρικής κατοχής.

Ακολουθήστε το xronos.gr στο Google News