Ροδόπη: Με 6 μη νόμιμους μετανάστες σε ένα αυτοκίνητο
Η αναπλήρωση του υπουργού από τον πρώτο επιλαχόντα, ενδέχεται να αλλοιώσει την αντιπροσωπευτική βούληση του εκλογικού σώματος
Γράφει ο Βασίλης Αγοράστης, φοιτητής Νομικής ΔΠΘ, Συντονιστής Ανεξάρτητης Νομικής Κομοτηνής - Α.ΝΟ.Κ.
Στο πρόσφατο πρωθυπουργικό διάγγελμα το οποίο ήρθε σε ένα βαρύ πολιτικό κλίμα μετά τις αποκαλύψεις της δεύτερης δικογραφίας του ΟΠΕΚΕΠΕ όπου περιλαμβάνονται και Υπουργοί της Κυβέρνησης, ο Πρωθυπουργός εξέφρασε την βούληση του να εξετάσει την θέσπιση ασυμβίβαστου μεταξύ της βουλευτικής και υπουργικής ιδιότητας. Τον λόγο που οδήγησε σε αυτήν την απόφαση αποτελούν τα όχι και τόσο σπάνια φαινόμενα πολιτικής διαφθοράς και παραβατικής συμπεριφοράς που δεν περιορίζεται απλώς σε μια εξυπηρέτηση ψηφοφόρων από βουλευτές και υπουργούς του κυβερνώντος κόμματος. Προτείνεται, δηλαδή, η θέσπιση ασυμβίβαστου υπουργού βουλευτή ως λύση στις ρουσφετολογικές τακτικές.
Προκύπτει, επομένως, το ερώτημα κατά πόσο αυτή η θεσμική μεταρρύθμιση θα είναι αποτελεσματική να αντιμετωπίσει το φαινόμενο της διαφθοράς και αν η εφαρμογή της θα δημιουργήσει άλλα θεσμικά προβλήματα.
Αρχικά, με την μεταρρύθμιση παράλληλα με την επίτευξη της πάταξης της διαφθοράς και των ρουσφετιών, επιχειρείται ο διαχωρισμός των αρμοδιοτήτων της νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας και του ρόλου του υπουργού ως μέλους της εκτελεστικής εξουσίας με του βουλευτή ως μέλους της νομοθετικής. Με την αποφυγή του διπλού ρόλου βουλευτή - υπουργού εκφράζεται η θεσμική διάκριση των εξουσιών. Παύει το πρόσωπο του νομοθετεί και ελέγχει να είναι παράλληλα και μέλος της κυβέρνησης που ελέγχεται και παύει, ως εκ τούτου, η ταύτιση της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας με την Κυβέρνηση (τουλάχιστον σε επίπεδο προσώπων).
Παρά ταύτα, η αναπλήρωση του υπουργού από τον πρώτο επιλαχόντα, ενδέχεται να αλλοιώσει την αντιπροσωπευτική βούληση του εκλογικού σώματος. Με την ψήφο τους οι πολίτες επιλέγουν τον βουλευτή εκείνο που θεωρούν καταλληλότερο να τους εκπροσωπήσει στο νομοθετικό σώμα και να ασκήσει έλεγχο στην εκτελεστική εξουσία. Η αναπλήρωση από τον επόμενο, ιδιαίτερα άμα αυτό το φαινόμενο λάβει μεγάλες διαστάσεις με δεκάδες υπουργούς να αναπληρώνονται, σίγουρα δημιουργεί ζητήματα αντιπροσωπευτικότητας του εκλογικού σώματος.
Παράλληλα, η μεταρρύθμιση αυτή δημιουργεί και μια τάξη αναπληρωματικών “ρεπατζήδων” οι οποίοι θα ασκούν τα κοινοβουλευτικά τους καθήκοντα ωσότου ολοκληρώσει ο υπουργός το έργο του και επιστρέψει στα κοινοβουλευτικά έδρανα. Αυτή η προσωρινότητα ενδέχεται να επηρεάσει την ποιότητα του κοινοβουλευτικού έργου του αναπληρωματικού καθώς αφενός υπάρχει η αίσθηση αστάθειας στη θέση του που σίγουρα επηρεάζει το κίνητρό του να ασκήσει το κοινοβουλευτικό του έργο και αφετέρου το έργο του ενδέχεται διακοπεί αιφνιδίως με την επιστροφή του υπουργού. Υπάρχει επομένως κίνδυνος υπονόμευσης της βουλευτικής θέσης και του κοινοβουλευτικού έργου.
Περαιτέρω, ο σκοπός της μεταρρύθμισης, η πάταξη του φαινομένου της διαφοράς και των ρουσφετιών, είναι αμφίβολο ότι θα πραγματοποιηθεί σε ικανοποιητικό βαθμό καθώς η αλλαγή που επιδιώκεται είναι τυπική και δεν δύναται να αλλάξει ριζικά την κατάσταση. Ο υποψήφιος βουλευτής εξακολουθεί να τάσσει ρουσφέτια προκειμένου να εκλεγεί και εξακολουθεί να επιδιώκει την πραγματοποίησή τους ως υπουργούς προκειμένου να επανεκλεγεί. Το γεγονός, λοιπόν, ότι παραιτείται από βουλευτής δεν παύει να σημαίνει ότι δεν θα συμμετέχει στην εκλογική διαδικασία και στους συνδυασμούς των ψηφοδελτίων με αποτέλεσμα να εξακολουθεί να μπορεί να δημιουργήσει ρουσφετολογικές και πελατειακές σχέσεις με την εκλογική βάση εκμεταλλευόμενος το υπουργικό αξίωμα.
Η πρόταση θέσπισης ασυμβίβαστου υπουργού και βουλευτή αποτελεί, εν κατακλείδι, μια αρχικά αναγκαία θεσμική αλλαγή προς την αποτελεσματικότερη λειτουργία των θεσμών μέσω του διαχωρισμού της νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας με παράλληλη μάλιστα επίτευξη της αντιμετώπισης της διαφθοράς και των ρουσφετιών. Η μεταρρύθμιση όμως αυτή, υπολείπεται των προσδοκιών της καθώς το γεγονός ότι επιτρέπεται ουσιαστικά στον βουλευτή να μετέχει στην Κυβέρνηση υπό τον όρο της παραίτησης και της αναπλήρωσης του από τον πρώτο επιλαχόντα καθιστά την πρωτοβουλία αυτή ένα θεσμικό πυροτέχνημα με μόνο τυπικές θεσμικές αλλαγές χωρίς πραγματικά να επιτυγχάνει τον σκοπό της και δημιουργώντας ενδεχομένως ζητήματα αντιπροσωπευτικότητας του εκλογικού σώματος και υπονόμευσης του κοινοβουλευτικού έργου.
Ακολουθήστε το xronos.gr στο Google News