Η κρίση εμπιστοσύνης της Δικαιοσύνης και οι αναγκαίες θεσμικές αλλαγές | xronos.gr

Η κρίση εμπιστοσύνης της Δικαιοσύνης και οι αναγκαίες θεσμικές αλλαγές

04/03/26 - 8:00
Η κρίση εμπιστοσύνης της Δικαιοσύνης και οι αναγκαίες θεσμικές αλλαγές

Μοιραστείτε το

Γράφει ο Βασίλης Αγοράστης, φοιτητής Νομικής ΔΠΘ, Συντονιστής Ανεξάρτητης Νομικής Κομοτηνής

Από πού πηγάζει η έλλειψη εμπιστοσύνης; Είναι πραγματικά ανεξάρτητη η Δικαιοσύνη; Επιτελούν σωστά το λειτούργημα τους οι δικαστές; Η απάντηση θεωρώ πως πρέπει να άπτεται δύο πεδίων

Τα τελευταία χρόνια παρατηρούμε μια σταδιακή μείωση της εμπιστοσύνης των πολιτών προς τον θεσμό της Δικαιοσύνης. Είναι ένα φαινόμενο που, εκτός από κοινωνικές έχει φυσικά και σοβαρότατες πολιτικές προεκτάσεις, καθώς ολόκληρα κόμματα ή κινήματα στηρίζουν την ρητορική τους πάνω σε αυτό το αίσθημα. Δεν σας κρύβω ότι αυτό που με ανησυχεί περισσότερο ως φοιτητή Νομικής, πέρα από τις πολιτικές προεκτάσεις, είναι οι επιπτώσεις που έχει μια τέτοια αντίληψη στην λειτουργία και την ποιότητα του κράτους δικαίου στον τόπο μας.

Από πού πηγάζει όμως αυτή η έλλειψη εμπιστοσύνης; Είναι πραγματικά ανεξάρτητη η Δικαιοσύνη; Επιτελούν σωστά το λειτούργημα τους οι δικαστές; Η απάντηση θεωρώ πως πρέπει να άπτεται δύο πεδίων. Το πρώτο αφορά την καθημερινή επαφή των πολιτών με την Δικαιοσύνη, την εκδίκαση δηλαδή των καθημερινών υποθέσεων. Όμως, παρά τα ελλείμματα που παρουσιάζουν τα πρωτοδικεία και εφετεία, κυρίως λόγω ζητημάτων γραφειοκρατικής υφής, όπως η καθυστέρηση έκδοσης αποφάσεων, σπάνια τίθεται υπό αμφισβήτηση η ανεξαρτησία του δικαστή ως εκπροσώπου κρατικού θεσμού. Πράγματι, στην συντριπτική πλειονότητα των πρωτοδικών και εφετών μπορούμε να πούμε ότι “κάνουν σωστά την δουλειά τους”.

Η κύρια προβληματική που δημιουργεί και αυτό το αίσθημα μη εμπιστοσύνης στην Δικαιοσύνη, αφορά, κατά την γνώμη μου, το ανώτατο πεδίο, τα Ανώτατα Δικαστήρια (Άρειος Πάγος, Συμβούλιο της Επικρατείας, Ελεγκτικό Συνέδριο). Τα δικαστήρια αυτά εκ του ιδίου του Συντάγματος και για λόγους ισορροπίας μεταξύ των κρατικών εξουσιών (λειτουργιών), συνδέονται στενά με την εκτελεστική εξουσία, την εκάστοτε δηλαδή κυβέρνηση. Συναντάται κυρίως σε δύο άρθρα του Συντάγματος: το άρθρο 86 (ποινική δίωξη υπουργών μετά από απόφαση της Βουλής), καθώς έχουμε μεταφορά κάποιων δικαστικών αρμοδιοτήτων στην Βουλή και κατ’ επέκταση στην κυβερνητική πλειοψηφία και το άρθρο 90 παράγραφος 5 (επιλογή της ηγεσίας των ανωτάτων δικαστηρίων από την κυβέρνηση).

Στο πεδίο αυτό, επομένως, τυχόν μεθοδεύσεις ή ακόμα και παρεμβάσεις της κυβερνητικής πλειοψηφίας για πολιτικούς λόγους, όπως έχουμε δει πολλές φορές σε Εξεταστικές και Προανακριτικές Επιτροπές (Τέμπη, Υπόθεση Τριαντόπουλου, ΟΠΕΚΕΠΕ, Υποκλοπές) είναι όχι μόνο εφικτές αλλά και φαινομενικά νόμιμες (!). Και αυτό γιατί η καταστρατήγηση αυτή των συνταγματικών διατάξεων δεν είναι πάντοτε πρόδηλη. Επιπλέον, το γεγονός ότι η ηγεσία των ανωτάτων δικαστηρίων διορίζεται απευθείας από την κυβέρνηση, σίγουρα εγείρει αμφιβολίες για την ανεξαρτησία των ανώτατων δικαστικών λειτουργών.

Η συνταγματική αιτιολόγηση αυτής της διάταξης (α. 90.5 Σ) είναι εν μέρει μόνο πειστική καθώς πράγματι χρειάζεται η (έμμεση) νομιμοποίηση της δικαστικής εξουσίας μέσω της κυβέρνησης ή της Βουλής αλλά το γεγονός ότι την τελική απόφαση την παίρνει αποκλειστικά η κυβέρνηση, εξακολουθεί να δημιουργεί αμφιβολίες για την ανεξαρτησία των ανώτατων δικαστηρίων.

Η λύση, κατά την άποψη μου, πρέπει να επέλθει με θεσμικό τρόπο. Με την πρόσφατη προαναγγελία συνταγματικής αναθεώρησης από τον πρωθυπουργό, δίνεται η δυνατότητα για ορισμένες αλλαγές στην σχέση αυτή μεταξύ δικαστικής και εκτελεστικής εξουσίας. Βέβαια, η κατάργηση των επίμαχων διατάξεων δεν θα ήταν αποτελεσματική λύση γιατί θα δημιουργούσε άλλα θεσμικά ζητήματα με κυριότερο το λεγόμενο “κράτος δικαστών” (Juristocracy), δηλαδή να διαμορφώνουν τα ανώτατα δικαστήρια σε μεγάλο έως αθέμιτο βαθμό τις δημόσιες πολιτικές, ακυρώνοντας ή τροποποιώντας αποφάσεις της νομοθετικής και της εκτελεστικής εξουσίας. Επομένως, μια τροποποίηση του άρθρου 86 και του 90.5 έτσι ώστε να μην καθορίζονται σημαντικά ζητήματα δικαιοσύνης όπως η ποινική δίωξη υπουργών και η επιλογή της ηγεσίας των ανωτάτων δικαστηρίων, αποκλειστικά από την κυβερνητική πλειοψηφία αλλά να θεσπιστούν δικλείδες αποφυγής μεθοδεύσεων σε αυτά τα πλέον σημαντικά ζητήματα μέσω της συμμετοχής και άλλων φορέων στις διαδικασίες αυτές, κρίνεται απαραίτητη. Για παράδειγμα, όσων αφορά την ποινική δίωξη υπουργών αυτή να γίνεται μετά από απόφαση επιτροπής βουλευτών και δικαστών ενώ για την ανάδειξη της ηγεσίας των ανωτάτων δικαστηρίων, αυτή να γίνεται με δεσμευτική (σύμφωνη) γνώμη των Ολομελειών τους (τουλάχιστον για κάποιες υποψηφιότητες) ή με εκλεκτορικό σώμα βουλευτών, δικαστών και ενδεχομένως, δικηγόρων.

Τέτοιες τροποποιήσεις δύνανται να περιορίσουν το αίσθημα μη εμπιστοσύνης των πολιτών προς τον θεσμό της Δικαιοσύνης, καθώς περιορίζεται ουσιαστικά η ανάμειξη της εκτελεστικής εξουσίας στα σημαντικά ζητήματα δικαιοσύνης και ως εκ τούτου μειώνονται σημαντικά οι πιθανότητες μεθοδεύσεων και παρεμβάσεων για πολιτικό και κομματικό όφελος.

Η εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς εν γένει θα πρέπει να αποτελεί μια από τις σημαντικότερες επιδιώξεις της κυβέρνησης και των κομμάτων συνολικά ενόψει της επικείμενης συνταγματικής αναθεώρησης και ευελπιστώ οι πολιτικοί να έχουν αντιληφθεί την ανάγκη για στοχευμένες θεσμικές αλλαγές ώστε να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς αλλά και στο ίδιο το πολιτικό σύστημα.

Live ενημέρωση

Ακολουθήστε το xronos.gr στο Google News

Ροή Ειδήσεων

xronos
xronos.gr

ΑΡ. ΜΗΤ: 232265

mit-logo