Έφυγε από την ζωή η ομότιμη καθηγήτρια ΤΕΦΑΑ Ελένη Ζέτου-Μουντάκη
Γράφει ο Γεώργιος Α. Σουλιώτης, εκπαιδευτικός Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης - διδάκτωρ Δ.Π.Θ.
Λίγο πριν τον θάνατό της η Κούλα γράφει στον γιο της. Δεν έγραψε οργή. Δεν έγραψε μίσος. Δεν έγραψε συνθήματα. Έγραψε αγάπη. Η σιωπηλή επανάσταση των λέξεων. Οι τελευταίες λέξεις από το στόμα μιας μάνας, σιωπηλές κραυγές αξιοπρέπειας
Υπάρχουν στιγμές που η Ιστορία δεν έρχεται με σημαίες. Έρχεται με μια υπογραφή.
Προ πολλών χρόνων ως μαθητής στο μάθημα Ιστορίας, από εκείνους που το βαριούνται πολύ, ξεφυλλίζοντας το βιβλίο το βλέμμα μου σταματά σε επιστολή με υπογραφή αυτής, ΚΟΥΛΑ ΣΟΥΛΙΩΤΟΥ-ΤΣΟΥΡΤΣΟΥΛΗ. Ίδιο επώνυμο με το δικό μου. Η αδελφή του παππού μου. Δεν ήταν πια σχολική ύλη. Ήταν αίμα. Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα ότι η Ιστορία δεν είναι παρελθόν. Είναι μέτρο.
Η Κούλα Σουλιώτη Τσουρτσούλη γεννήθηκε το 1912 στον Ίασμο Κομοτηνής. Καπνεργάτρια στο επάγγελμα και τουλάχιστον όταν εξορίστηκε έπασχε από φυματίωση. Η ίδια έγινε μέλος του ΚΚΕ, στέλεχος της Εθνικής Αλληλεγγύης πριν από την δικτατορία του Μεταξά. Το 1938 θα δικαστεί, θα φυλακιστεί στις γυναικείες φυλακές Αβέρωφ και τελικά θα εκτοπιστεί στον Άγιο Ευστράτιο. Μαζί της, θα πάρει και τον μικρό της γιό, τον Γιάννη που τότε ήταν περίπου 6 χρονών, μιας και ο πατέρας του ήταν και εκείνος κρατούμενος στην Ακροναυπλία. Το 1942 η φρουρά του στρατοπέδου εξορίστων, την παραδίδει στους Γερμανούς, οι οποίοι τη μεταφέρουν στο στρατόπεδο «Παύλου Μελά». Όταν κάποια στιγμή χρειάζεται να νοσηλευθεί ως φυματική στο Δημοτικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης, οι Γερμανοί την παραδίνουν στα χέρια του αιμοσταγούς ταγματασφαλίτη Δάγκουλα, μαζί με πολλούς Εβραίους. Την βασανίζουν για να την αναγκάσουν να δεχτεί την βουλγαρική υπηκοότητα. Εκείνη αρνείται σθεναρά. Τα ανθρωπόμορφα τέρατα του Δάγκουλα τους ξεγυμνώνουν, τους ληστεύουν και στη συνέχεια τους εκτελούν όλους μαζί στις 9 Σεπτεμβρίου 1944, στο Γαλλικό ποταμό. Ο Γιάννης -ο γιος της- ήταν το ένα από τα δύο παιδιά που έφυγαν από τον Άγιο Ευστράτιο τον Ιούνιο του 1943. Εντούτοις το παιδί είχε μείνει ορφανό και από τους δύο του γονείς αφού οι Γερμανοί είχαν εκτελέσει, νωρίτερα από τη μητέρα, τον πατέρα του στην Ακροναυπλία.
Λίγο πριν τον θάνατό της η Κούλα γράφει στον γιο της. Δεν έγραψε οργή. Δεν έγραψε μίσος. Δεν έγραψε συνθήματα. Έγραψε αγάπη. Η σιωπηλή επανάσταση των λέξεων. Οι τελευταίες λέξεις από το στόμα μιας μάνας, σιωπηλές κραυγές αξιοπρέπειας.
Την ίδια χρονιά, οι 200 της Καισαριανής στάθηκαν μπροστά στα εκτελεστικά αποσπάσματα. Πρόσφατα, οι φωτογραφίες εκείνων των στιγμών ήρθαν στο φως. Πρόσωπα πριν τον θάνατο. Πρόσωπα χωρίς θεατρικότητα. Πρόσωπα που δεν φωνάζουν. Η σιωπηλή επανάσταση των εικόνων. Οι εικόνες δεν καταγγέλλουν. Δεν συνθηματολογούν. Απλώς στέκονται. Και μας ρωτούν.
Ναι, οι εποχές εκείνες έχουν παρέλθει. Δεν υπάρχουν πια στη χώρα εκτελεστικά αποσπάσματα. Η δημοκρατία μας δεν απειλείται με τον ωμό τρόπο του παρελθόντος. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι δεν απειλείται. Υπάρχει μια πιο ύπουλη φθορά: η κανονικοποίηση της αλαζονείας στον δημόσιο βίο. Όχι ως μεμονωμένη παρέκκλιση, αλλά ως αποδεκτή πολιτική συμπεριφορά. Ως ύφος εξουσίας.
Όταν η εξουσία επιλέγει τον τόνο της επιβολής αντί για τη γλώσσα της λογοδοσίας,
όταν το επιχείρημα υποχωρεί μπροστά στη ρητορική υπεροχής, όταν η απαξίωση του αντιπάλου παρουσιάζεται ως ένδειξη ισχύος, όταν η ένταση βαφτίζεται αποφασιστικότητα και η επιθετικότητα εκλαμβάνεται ως αποτελεσματικότητα, τότε το πρόβλημα δεν είναι αισθητικό, είναι βαθιά πολιτικό. Διότι η δημοκρατία δεν στηρίζεται μόνο σε θεσμούς και διαδικασίες. Στηρίζεται σε μια κουλτούρα σεβασμού, ορίων και ισοτιμίας. Όταν αυτά διαβρώνονται, οι θεσμοί αδειάζουν από το περιεχόμενό τους, ακόμη κι αν παραμένουν τυπικά άθικτοι. Τότε η δημοκρατία δεν χάνει απλώς ύφος. Χάνει ουσία. Όσο περισσότερο συνηθίζουμε την αλαζονεία της εξουσίας, τόσο περισσότερο μετατοπίζονται τα όρια του ανεκτού. Κι αυτός είναι ένας ύπουλος και αθόρυβος κίνδυνος. Γιατί οι δημοκρατίες, σήμερα, δεν καταρρέουν πάντα με κρότο.Συχνά φθείρονται με εξοικείωση.
Η σημερινή κυβέρνηση - όπως κάθε κυβέρνηση που νιώθει άνεση στη δύναμή της - δοκιμάζεται καθημερινά από το ίδιο της το ύφος. Δεν κρίνεται μόνο από τις αποφάσεις της. Κρίνεται από τον τρόπο που μιλά. Από τον σεβασμό που επιδεικνύει. Από το αν μπορεί να διαχειριστεί την κριτική χωρίς να υψώνει τοίχους.
Ο τρόπος με τον οποίο ο Υπουργός Υγείας και αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης απευθύνεται σε γιατρό δημόσιου νοσοκομείου, σέρνοντάς τον σιδηροδέσμιο μπροστά του και φωνάζοντας «δεν ντρέπεσαι» και «αυτόφωρο, αμέσως», δεν είναι απλώς ένα στιγμιότυπο έντασης. Είναι μια εικόνα εξουσίας που επιδεικνύει τη δύναμή της χωρίς μέτρο. Δεν πρόκειται για αυστηρότητα, πρόκειται για επίδειξη. Όταν ένας υπουργός υποδεικνύει, διατάσσει και δημόσια διαπομπεύει, δεν απονέμει δικαιοσύνη - επιβεβαιώνει την κυριαρχία του. Και όταν μια κυβέρνηση ανέχεται ή υιοθετεί αυτό το ύφος, δείχνει ότι αισθάνεται απολύτως άνετη με τη δύναμή της. Η δημοκρατική εξουσία, όμως, δεν θεμελιώνεται στον εξευτελισμό. Θεμελιώνεται στον σεβασμό των ρόλων, των διαδικασιών και της αξιοπρέπειας. Όταν αυτά υποχωρούν μπροστά στην αλαζονεία της ισχύος, το πρόβλημα δεν είναι προσωπικό. Είναι βαθιά πολιτικό.
Η δημοκρατία δεν φοβάται την αντιπαράθεση. Φοβάται τη νομιμοποίηση της περιφρόνησης. Κάπου εδώ επιστρέφει ο Χρόνης Μίσσιος: «Όταν συνειδητοποίησα ότι δεν μπορώ να αλλάξω το σύστημα, άρχισα να αγωνίζομαι να μη με αλλάξει αυτό». Η φράση αυτή δεν είναι παραίτηση. Είναι πολιτική πυξίδα. Σημαίνει ότι η μεγαλύτερη ήττα δεν είναι να χάσεις μια μάχη. Είναι να αλλοιωθείς.
Κι όμως, η Ιστορία δεν αντιπαρατίθεται με ύφος. Αντιπαρατίθεται με μέτρο.
Στην Κομοτηνή υπάρχει ένας μικρός δρόμος. Πίσω από το Τουρκικό Προξενείο. Μια απλή πινακίδα:
Οδός Κούλας Σουλιώτου-Τσουρτσούλη.
Αγωνίστριας της Εθνικής Αντίστασης.
Εκτελεσθείσας το 1944.
Δεν είναι κεντρικός δρόμος. Δεν τραβά βλέμματα. Τον προσπερνάς εύκολα. Όπως προσπερνάς και τη μνήμη, όταν σε βολεύει. Αλλά εκεί βρίσκεται το όριο. Όχι στη φωνή που υψώνεται. Όχι στη δύναμη που επιδεικνύεται. Αλλά στην αξιοπρέπεια που δεν διαπραγματεύεται. Η διαθήκη της Κούλας δεν ζητά οργή. Ζητά συνέπεια.
Και ο Χρόνης Μίσσιος δεν μιλούσε για ηρωισμούς. Μιλούσε για κάτι απλούστερο και δυσκολότερο: να μη σε αλλάξει το σύστημα. Αυτό είναι το πολιτικό μέτρο. Αν μπορείς να κοιταχτείς το πρωί στον καθρέφτη και να πεις «είμαστε εντάξει ρε μάγκα, πάμε», τότε κάτι σώζεται. Αν όχι,τότε δεν χάθηκε απλώς το ύφος. Χάθηκε η ουσία.
Και τότε η Διαθήκη της Μάνας μένει ανεκπλήρωτη.
Το γράμμα της Κούλας Σουλιώτη στο γιο της λίγο πριν την εκτέλεσή της:
«Μονάκριβό μου αγοράκι, Γιαννάκη Αφήνω γεια, γιόκα μου, για πάντα. Μη λυπηθείς για το χαμό των γονιών σου, παιδί μου. Τράβα το δρόμο σου χωρίς δισταγμούς. Έτσι ταιριάζει σε σένα να κάνεις. Όταν, λεβέντη μου, θα διαβάζεις τις λίγες αυτές γραμμές της μανούλας σου, δεν θα υπάρχω στη ζωή. Μη σε φοβίζει όμως αυτό. Μεγάλη η χαρά για μένα που μου δίνεται η ευκαιρία να σου γράψω για να σου πω: Γιαννάκη, θυμάσαι τι μου υποσχέθηκες; Θυμήσου το και μη το ξεχάσεις ποτέ πια, γιατί δε θα μπορέσω να στο ξαναπώ ποτέ. Θυμάσαι πόσο ανοιχτά σου μίλησα και δεν έπεσα έξω. Πόνεσε τότε η καρδούλα σου και η δικιά μου αρκετά, αλλά πόσο καλό θα σου κάνουν τα τελευταία λόγια της μανούλας σου σε όλη τη ζωή! Τι κι αν ήταν σκληρά και τρανά για την ηλικία σου! Έπρεπε να ειπωθούν και ειπώθηκαν.
Έτσι έχω κι εγώ τη συνείδησή μου ήσυχη. Μη σκεφτείς τίποτε άλλο, αγαπούλα μου, και ποτέ ας μη σκοτίσει τη ζωή η ορφάνια σου. Κάνε ό,τι υποσχέθηκες στη μανούλα σου και δε θα μείνεις ποτέ μόνος. Συνέχισε λοιπόν, λεβέντη μου, και συμπλήρωσε τα δικά μας κενά. Να η διαθήκη των γονιών σου. Γιαννάκη! Φιλώ το μέτωπό σου για τελευταία φορά και έχε γεια για πάντα, γιε μου. Με άφταστη μητρική αγάπη και στοργή.
Η μανούλα σου»
«Η διαθήκη της μάνας», στο έργο Ιστορία της Αντίστασης 1941–1945, τόμος Δ’, σελ. 1443–1444.
Ακολουθήστε το xronos.gr στο Google News