Η Κατάσταση που επικρατούσε στην Περιφέρεια του Νομού Ροδόπης μετά την απελευθέρωση του 1920 και κατά το 1923-1924 | xronos.gr
ΑΡΘΡΟ

Η Κατάσταση που επικρατούσε στην Περιφέρεια του Νομού Ροδόπης μετά την απελευθέρωση του 1920 και κατά το 1923-1924

25/01/26 - 8:00
Η Κατάσταση που επικρατούσε στην Περιφέρεια του Νομού  Ροδόπης μετά την απελευθέρωση του 1920 και κατά το 1923-1924

Γράφει ο Παράσχος Ανδρούτσος

Οι δολοφονίες, οι ληστείες, οι απαγωγές και ο τρόμος

Ο Νομός Ροδόπης που κατά την απελευθέρωση της Δυτικής Θράκης το 1920 ήταν ενιαίος μαζί με τον σημερινό νομό Ξάνθης δοκιμάστηκε σκληρά. Γιατί εκτός από την επιχειρούμενη παλιννόστηση των διωγμένων Θρακών των ετών 1914-1918, έπρεπε να τακτοποιηθούν και χιλιάδες πρόσφυγες από την άδικη εκκένωση της Ανατολικής Θράκης και χιλιάδες άλλους πρόσφυγες της Μικράς Ασίας και του Πόντου. Επίσης έπρεπε να προστατευθούν οι μουσουλμάνοι που παρέμειναν βάσει της Συνθήκης της Λωζάνης, αλλά και να προστατευθούν όλοι οι κάτοικοι ανεξαρτήτως φυλής και θρησκείας από την εκδικητικότητα των Βουλγάρων που υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν την Δυτική Θράκη ως ηττημένοι σύμμαχοι του Κάιζερ. Η εκδικητικότητα αυτή εκδηλωνόταν με τις ληστρικές δολοφονικές επιθέσεις των Κομιτατζήδων, οι οποίοι σκορπούσαν τον τρόμο στα χωριά. Για τον λόγο αυτό σημειώθηκαν στο νομό Ροδόπης κατά τα έτη 1923-1924, σημαντικά περιστατικά βίας και τρομοκρατίας, πολυάριθμες πράξεις ληστείας, μέσα σε κλίμα πολιτικής αβεβαιότητας και συνεχών εξωτερικών απειλών.
Οι ελληνικές αρχές έπαιρναν έκτακτα μέτρα για την καταδίωξη και εξόντωση των συμμοριών που συνεχώς εμφανίζονταν! Το έργο τους όμως ήταν πολύ δύσκολο γιατί συχνά τα μέλη αυτών των συμμοριών ήταν πρώην κάτοικοι της Δυτικής Θράκης και γνώριζαν καλά το έδαφος και τα κρυφά περάσματα.



Σε στρατιωτικό επίπεδο η Τουρκία, όπως συνηθίζει έως και σήμερα, άφηνε να αιωρούνται απειλές για εισβολή στη Δυτική Θράκη, για να διατηρεί το κλίμα ανασφάλειας στον ταλαιπωρημένο πληθυσμό…

Ας δούμε τώρα σειρά περιστατικών από το νομό Ροδόπης, που απεικονίζουν την δραματική κατάσταση, που βίωναν οι κάτοικοι της στο 1923-1924. Σε προηγούμενο άρθρο μας στον "Χρόνο" έχουμε αναφερθεί πάλι για περιστατικά μετά την απελευθέρωση του 1920 της Δυτικής Θράκης με τίτλο "Οι προσπάθειες Τούρκων και Βουλγάρων να μην ενωθεί η Δυτική Θράκη με την μητέρα Ελλάδα". Αρχίζουμε με ένα μαζικό έγκλημα στο οποίο όμως δεν είχαν ανάμιξη οι Βούλγαροι Κομιτατζήδες.

Εννέα άγνωστοι οπλισμένοι και φορώντας στολές Ελλήνων χωροφυλάκων πήγαν γύρω στις 9 το βράδυ στον πομακικό συνοικισμό Καΐν Τσεκούρ πάνω από τον Σώστη στην Κορυφή του Παπικίου Όρους (σήμερα μόνο τα θεμέλια του υπάρχουν μέσα στους θάμνους), αρχικά οι ληστές λήστεψαν όλους τους κατοίκους και στη συνέχεια τραυμάτισαν άλλους 8. Μεταξύ των τραυματιών ήταν και μια γυναίκα που της έκαναν βαθύ τραύμα στον λαιμό αλλά επέζησε και έκτοτε ζούσε στον οικισμό του Σώστη. Ήταν 23 Μαΐου 1924. Έφυγαν από τον οικισμό στις 4 τα ξημερώματα και κατευθύνθηκαν σε άγνωστη περιοχή. Η πρώτη εντύπωση των αρχών ήταν ότι οι δράστες αυτού του αιματηρού επεισοδίου ήταν Βούλγαροι Κομιτατζήδες. Αυτό μάλιστα γράφτηκε και σε μερικές εφημερίδες. Αλλά δεν ήταν έτσι… Η χωροφυλακή κινήθηκε άμεσα και αποτελεσματικά και κατόρθωσε να εντοπίσει και να συλλάβει 11 δράστες του μαζικού αυτού εγκλήματος. Η συμμορία αυτή αποδείχθηκε πως ήταν πολυεθνική! Στα μέλη της υπήρχαν τρεις Έλληνες και οι υπόλοιποι ήταν Αρμένιοι και Κιρκάσιοι. Άγνωστοι πιθανόν κομιτατζήδες πάλι οπλισμένοι με βραχύκανα βουλγαρικά όπλα έκαναν τότε την εμφάνισή τους έξω από την Μαρώνεια, χωρίς όμως να σημειωθεί κάποιο επεισόδιο γιατί ήταν σε επαγρύπνηση οι κάτοικοι του χωριού.


Ανάλογο έγκλημα χωρίς όμως τη μαζικότητα του πρώτου, είχε προηγηθεί. Συγκεκριμένα στις 13 Απριλίου 1924 άγνωστοι πήγαν στο πομάκικο χωριό Σύλιο, πάνω από τον Πολύανθο, που είχε εγκαταλειφθεί μετά την Κατοχή και τραυμάτισαν μέσα στο τζαμί όπου πήγαν να προσευχηθούν τον Μολλά Χασάν και σκότωσαν τον οκταετή γιό του, γιατί ο εύπορος πατέρας δεν έδωσε στους αγνώστους τα χρήματα και άλλα τιμαλφή αντικείμενα που του είχαν ζητήσει. Τραυμάτισαν επίσης έναν άλλο μουσουλμάνο τον Αχμέτ Αγά. Ο τραυματίας μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο.

Στο περιστατικό αυτό, που εξιχνίασε αμέσως η Χωροφυλακή δράστες ήταν έξι Κιρκάσιοι, χωρίς την συμμετοχή Ελλήνων, οι οποίοι συνελήφθησαν και παραπέμφθηκαν να δικαστούν. Ο διοικητής της Διοίκησης Χωροφυλακής Ροδόπης σε σχετική αναφορά του προς την Γενική Διοίκηση Θράκης, τόνιζε ότι τα γεγονότα αυτά δεν συνιστούσαν ωμότητες κατά των μουσουλμάνων όπως ισχυρίζονταν η εφημερίδα "Βακήτ" της Κωνσταντινούπολης σε δημοσίευμα της στις 26 Ιουνίου 1924. Αντίθετα, υπενθύμιζε ότι πρόκειται για αδικήματα που συμβαίνουν συχνά και εδώ αλλά και στην Τουρκία. Για να γίνει περισσότερο κατανοητό το κλίμα που επικρατούσε τότε στο νομό Ροδόπης, αξίζει να υπενθυμίσουμε ότι στις 19 Μαΐου 1924 στην Κομοτηνή εκτελέσθηκε η ποινή της θανατικής καταδίκης για άτομα που είχαν διαπράξει ληστείες μετά φόνου. Επρόκειτο για τέσσερις Έλληνες. Την καταδίκη εις θάνατον είχε επιβάλει παμψηφεί το στρατοδικείο.

Και το 1923, είχαμε τα ίδια…
Η κατάσταση τρόμου στο νομό Ροδόπης, προϋπήρχε και απλώς συνεχιζόταν το 1924. Γιατί και το 1923 είχαμε πολλά περιστατικά βίας και ληστειών. Στις 12 Ιουνίου 1923 σημειώθηκε ένοπλο επεισόδιο δίπλα στο έρημο χωριό Ποντίκια εκεί κοντά στον Κέχρο στις 8 το πρωί στη θέση Μπαΐρ Αϊρμή-Γκιόλ, κομιτατζήδες σκότωσαν τους χωροφύλακες Διαμαντή Λεωνίδα και Δημήτριο Τσιλιγιάννη που ανήκαν στην αστυνομική δύναμη του χωριού Μοναστήριο. Οι χωροφύλακες έφεραν πολλά τραύματα με πυροβόλα όπλα αλλά και τραύματα από μαχαίρι. Επίσης τους είχαν ξεριζώσει τα νύχια (πιθανόν τους βασάνισαν πριν τους σκοτώσουν). Δίπλα τους βρέθηκαν προκηρύξεις στην ελληνική που προέτρεπαν τους πάντες να καταθέσουν τα όπλα. Οι δράστες μάλιστα τους είχαν αφαιρέσει και πάρει και τα ρούχα της χωροφυλακής που φορούσαν, πιθανόν για να τα χρησιμοποιήσουν σε κάποια άλλη παράνομη ενέργειά τους.

Στις 10 Σεπτεμβρίου του 1923, η Διοίκηση Χωροφυλακής Ροδόπης γνωστοποίησε ότι έξω από το πομάκικο χωριό Πολύαρνος πάνω από τον Ίασμο, διαχείμαζαν πέντε οικογένειες Σαρακατσάνων υπό τον Κεχαγιά Γεώργιο Ντούα (Ντούλα) από τους Αμαξάδες. Την ημέρα εκείνη και ενώ οι άνδρες είχαν βγει για βόσκηση των ποιμνίων τους και στον καταυλισμό υπήρχαν μόνο γυναίκες, παιδιά και γέροντες. Ο Σαρακατσάνος Ιωάννης Στάμου με το άλογό του και ένα μουλάρι, ξεκίνησε να μεταφέρει τροφές στους βοσκούς. Μισή ώρα αργότερα συνάντησε 30 μουσουλμάνους ανάμεσα στους οποίους ήταν και 15 ένοπλοι. Δύο από αυτούς τον κατέβασαν από το άλογο και τον οδήγησαν μέσα στο δάσος. Τον ερεύνησαν και του πήραν το ρολόι και το πορτοφόλι με 700 δραχμές. Στη συνέχεια από άλλο δρόμο οι ένοπλοι πήγαν στις καλύβες των Σαρακατσαναίων. Του είπαν να μη φοβάται και ότι ζητάνε να πάρουν μόνο ψωμί και τυρί. Εν τω μεταξύ ο αιχμάλωτος διέκρινε στους γύρω λόφους και άλλους ληστές που είχαν κυκλώσει τις καλύβες.

Οι ληστές είχαν αρχηγό κάποιο Βασίλιεφ, που είχε κιάλια σε δερμάτινη θήκη. Αυτός αναζήτησε την καλύβα του Κεχαγιά Ντούα (Ντούλα), μπήκε μέσα και απαίτησε από την σύζυγό του χρυσές λίρες, απειλώντας την ίδια και τα μικρά παιδιά της με μαχαίρι. Αυτή έντρομη έδωσε αμέσως επτά χρυσές λίρες και 5.500 δραχμές. Ο Βασίλιεφ ζήτησε επίσης να φορτώσουν τα άλογα με όλα τα κινητά πράγματα του Κεχαγιά, ελπίζοντας να βρει μέσα σε αυτά κρυμμένες και άλλες λίρες. Την ίδια ώρα οι άλλοι ληστές έκλεβαν χρήματα και από τα άλλα άτομα του καταυλισμού. Όταν ολοκλήρωσαν το έργο τους αναχώρησαν προς την κατεύθυνση των χωριών της περιοχής του Εχίνου. Ήταν οπλισμένοι με βουλγαρικά όπλα και τουρκικά βραχύκανα, είχαν διπλές αρμαθιές με φυσίγγια, πιστόλια, μαχαίρια και φορούσαν ενδυμασίες Βουλγάρων με μαύρα καλπάκια και τσαρούχια. Δεν μιλούσαν καλά τα βουλγαρικά. Πολλοί από αυτούς είχαν ξυρισμένο το μπροστινό μέρος του κεφαλιού τους, όπως συνήθιζαν οι μουσουλμάνοι.

Η Χωροφυλακή συμπέρανε ότι κατά κύριο λόγο οι ληστές ήταν μουσουλμάνοι, που εισήλθαν παράνομα από το βουλγαρικό έδαφος και ότι πρέπει να είχαν συνεργούς, που γνώριζαν την οικονομική κατάσταση και τις κινήσεις των σκηνιτών Σαρακατσάνων.


Στις 18 Νοεμβρίου 1923 σημειώθηκε και άλλο περιστατικό βίας. Μια συμμορία εμφανίσθηκε σε ένα νερόμυλο στο χωριό Σύμβολα, ιδιοκτησίας του μουσουλμάνου Ιμπραήμ Ογλού Αμέτ. Έκλεψαν ένα ασημένιο ρολόι και αφού απήγαγαν τον μυλωνά τον οδήγησαν σε μια μικρή γέφυρα, όπου τον χτύπησαν και τον απείλησαν ότι θα τον σκοτώσουν αν δεν τους δώσει χρήματα. Επίσης ζητούσαν πληροφορίες για τη σύνθεση, τον οπλισμό και τις κινήσεις των αστυνομικών των αστυνομικών σταθμών των κοντινών χωριών Ασωμάτων, Συμβόλων και Μ. Άδας, αν υπάρχει εκεί στρατός και αν οι κάτοικοι είναι οπλισμένοι. Όπως έγινε γνωστό, ήταν οπλισμένοι με βραχύκανα βουλγαρικά όπλα και ξιφολόγχες, είχαν φυσιγγιοθήκες και 5-6 βουλγαρικές χειροβομβίδες ο καθένας τους. Μιλούσαν τουρκικά, βουλγαρικά και λίγα ελληνικά. Μερικοί φορούσαν εγχώριες ενδυμασίες και μαύρα καλπάκια. Ήταν ηλικίας 25-30 ετών είχαν γενειάδες και μακριά μαλλιά. Ανάμεσά τους υπήρχε και ένας που τον προσφωνούσαν Βασίλη. Η χωροφυλακή συμπέρανε ότι ήταν βουλγαρική συμμορία Κομιτατζήδων, με επικεφαλής αρχηγό, που φαινόταν να γνώριζε καλά την περιοχή. Την συμμορία αυτή καταδίωξε απόσπασμα υπό τον ανθυπομοίραρχο Νικόλαο Λεονταρίδη αλλά χωρίς αποτέλεσμα.

Στις 8 Δεκεμβρίου 1923, πολυμελής συμμορία Βουλγάρων Κομιτατζήδων στο χωριό Κατράκ(;) των Σαπών συνέλαβε την νύχτα τον αγροφύλακα και ορισμένους χωρικούς που τους αφόπλισαν, τους λήστεψαν και τους ελευθέρωσαν τις πρώτες πρωινές ώρες.

Στις 10 Δεκεμβρίου 1924 σημειώθηκε και άλλο περιστατικό ληστείας στην περιοχή του πομάκικου οικισμού της Ραγάδας. Μια ομάδα μουσουλμάνων ερχόταν από το Πρωτάτο Σαπών και κατευθύνονταν στο δικό τους χωριό. Ξαφνικά ενώ περνούσαν από την θέση Κοκάρτζα Μπουνάρ 2,5 ώρες με τα πόδια έξω από την Ραγάδα έπεσαν σε ενέδρα Κομιτατζήδων οι οποίοι έκλεψαν: Από τον Χασάν ογλού Χουσεΐν και τον Γιουνούρ ογλού Σαλή από ένα ασημένιο ρολόι. Από τον Χασάν ογλού Χουσεΐν 60 οκάδες αλεύρι και το ακριβό πανωφόρι του. Από τον Μουλά Αμέτ ογλού Χαλήλ μια κατσίκα. Στη συνέχεια οι ληστές τους έδεσαν και δύο κακοποιοί τους οδήγησαν 100 μέτρα μακρύτερα και τους φρουρούσαν έως ότου τα μέλη της ομάδας αυτής διασκορπίσθηκαν σε άγνωστη κατεύθυνση.


Λίγο πριν τους ελευθερώσουν συνέλαβαν και έναν άλλο Πομάκο και ζητούσαν πληροφορίες για τον αστυνομικό σταθμό της Ραγάδας, για την δύναμη και τον οπλισμό, αλλά και αν συνδέεται τηλεφωνικά με άλλες αρχές. Στον Πομάκο αυτόν είπαν ότι η συμμορία τους είναι πολυάριθμοι. Ότι διοικείται από Βουλγάρους αξιωματικούς και συνδέεται με το βουλγαροτουρκικό Κομιτάτο. Για να τον πείσουν του παρέδωσαν και ένα χαρτί που είχε επιγραφή στα βουλγαρικά και στα τουρκικά "Βουλγαρο-Τουρκικόν-Κομιτάτον". Από την ανάκριση που διενεργήθηκε διαπιστώθηκε ότι οι Κομιτατζήδες στην περίπτωση αυτή ήταν επτά, είχαν βουλγαρικά όπλα και ξιφολόγχες. Οι πέντε από αυτούς φορούσαν βουλγαρικά στρατιωτικά πηλίκια και οι δύο οθωμανικά φέσια. Όλοι μιλούσαν άπταιστα τα τουρκικά.

Ένα άλλο περιστατικό στα ορεινά του νομού Ροδόπης συνέβη στις 28 Δεκεμβρίου 1923. Συγκεκριμένα στις 6 το πρωί ένας Πομάκος κάτοικος Κέχρου εμφανίσθηκε στον αστυνομικό σταθμό του χωριού του και κατήγγειλε ότι έπεσε θύμα ληστείας από τρεις ένοπλους Κομιτατζήδες. Στις ερωτήσεις του σταθμάρχη απάντησε ότι αρρώστησε ξαφνικά το άλογό του και ξεκίνησε νύχτα συνοδευόμενος και από την σύζυγό του, να πάνε στον γειτονικό πομάκικο οικισμό Σαλατζάκ(;) για να εξετάσει το άρρωστο άλογό του ένας πρακτικός Πομάκος κτηνίατρος. Στο δρόμο όμως έπεσε σε ενέδρα τριών αγνώστων ένοπλων Κομιτατζήδων, οι οποίοι οδηγούσαν στη Βουλγαρία ένα κλεμμένο κοπάδι εξήντα και πλέον κατσικιών. Οι Κομιτατζήδες τον έδεσαν όπως και την σύζυγό του και συνέχισαν να πορεύονται όλοι μαζί προς την ελληνοβουλγαρική μεθόριο. Καθ' οδόν ζητούσαν πληροφορίες για την αστυνομική δύναμη της περιοχής. Δεν παρέλειψαν να τον ξυλοκοπήσουν για να μαρτυρήσει ποιοι Πομάκοι είχαν παραλάβει πολεμικά όπλα από την Χωροφυλακή, καθώς και ποιοι Πομάκοι είχαν συμπλακεί με την συμμορία τους στη θέση Μικρός Κέχρος για να τους εκδικηθούν.

Οι Κομιτατζήδες όπως συνήθιζαν άρπαξαν το πορτοφόλι του Πομάκου που περιείχε 600 δραχμές και το επανωφόρι του και ύστερα τους άφησαν ελεύθερους. Τελικά δεν τον έκλεψαν το άλογο, γιατί όπως ήταν άρρωστο από την εξαντλητική πορεία τους στα σύνορα, κάποια στιγμή έπεσε κάτω εξουθενωμένο.

Στις 29 Δεκεμβρίου 1923 τριμελής συμμορία Κομιτατζήδων συνέλαβε στη θέση Γιαννακλή στην Περιφέρεια του πομάκικου χωριού της Ραγάδας τον Μεμέτ Ογλού Χασάν και τον έκλεψαν το κοπάδι με 100 κατσίκες.

Έτσι περάσαμε στο 1924. Στις 4 Ιανουαρίου 1924 στις 9 το βράδυ, τρεις άγνωστοι ένοπλοι, που φορούσαν βουλγαρικές ενδυμασίες πήγαν στο χωριό Τσιφλίκιο δίπλα στο Πρωτάτο Σαπών όπου διαχείμαζε το ποίμνιο του σλαβόφωνου Νικόλα Τσαούς, από 120 πρόβατα, εκεί έδεσαν τον 15 ετών βοσκό Νικόλα Βόλτσο και αποπειράθηκαν να κλέψουν όλο το κοπάδι. Κατόρθωσε όμως να διαφύγει ο 15ετής Βόλτσος που κατευθύνθηκε στο κονάκι του ιδιοκτήτη κραυγάζοντας και ζητώντας βοήθεια από τους Έλληνες πρόσφυγες που είχαν εγκατασταθεί στο Πρωτάτο. Αυτό έσωσε το κοπάδι γιατί ξεσηκώθηκαν οι Έλληνες πρόσφυγες του χωριού. Οι ληστές μπόρεσαν να κλέψουν μόνο τρία πρόβατα και εξαφανίσθηκαν.

Ο αναπληρωτής Γενικός Διοικητής Θράκης Κωνσταντίνος Γεραγάς τηλεγραφούσε προς το υπουργείο Εξωτερικών ότι πολυμελής συμμορία που την αποτελούσαν Βούλγαροι και Τούρκοι στις 18 Φεβρουαρίου 1924 εισέβαλαν στο πομάκικο χωριό Δαρμένη Σαπών και αφαίρεσαν από το ποίμνιο του Ισμαήλ ογλού Μεμέτ 150 κατσίκια και 50 πρόβατα.

Ένα σοβαρό πάλι περιστατικό σημειώθηκε στις 19 Ιανουαρίου 1924 έξω από το χωριό Έβρενος.
Ομάδα τεσσάρων αγνώστων με όπλα μάουζερ, μιλώντας βουλγαρικά στις 8 μ.μ. συνέλαβαν έξω από το χωριό τον ποιμένα Σταύρο Καπακάκη. Τον έδεσαν με ένα ζωνάρι και ήθελαν να τον απαγάγουν μαζί με το κοπάδι του που είχε 60 πρόβατα. Ο Καπακάκης κατόρθωσε να διαφύγει και μπόρεσε να ειδοποιήσει τους κατοίκους του χωριού, οι οποίοι προσέτρεξαν ένοπλοι και αμέσως άρχισε η ανταλλαγή πυροβολισμών. Έτσι μπόρεσαν να πάρουν το κοπάδι από τα χέρια των ληστών και διέφυγαν μέσα στο σκοτάδι σε άγνωστη κατεύθυνση. Οι κλοπές κοπαδιών συνεχίσθηκαν και τον Φεβρουάριο του 1924.

Η ζωή λοιπόν των κατοίκων της πολύπαθης δυτικής Θράκης εκείνη την εποχή κυλούσε σε αυτούς τους ρυθμούς. Της τρομοκρατίας και της βίας. Η Ελλάδα και μαζί της η Θράκη προσπαθούσαν να ορθοποδήσουν μετά από δεκαετή νικηφόρα πολεμική περιπέτεια από έναν ολέθριο εθνικό διχασμό, μεγάλες εθνικές απώλειες, προσφυγιάς, θανάτους και συνεχείς οδύνες. Οι περιπέτειες που έζησαν οι κάτοικοι της Θράκης από τους Βουλγάρους Κομιτατζήδες και τους συνεργούς τους Τούρκους, δεν είχαν τελειωμό.

Πολλά αρχεία υπηρεσιών καταστράφηκαν, ειδικά την περίοδο 1941-1944 από τους Βουλγάρους εποίκους, πολλές ιστορίες λαϊκών αφηγήσεων έσβησαν, καθώς περνούσαν τα χρόνια και έφευγαν από την ζωή αυτή, όσοι γνώριζαν εκείνα τα γεγονότα, ο χρόνος κάλυψε πολλά εγκλήματα και επέφερε λήθη. Ότι όμως διασώθηκε, θα διαλαλεί την ιστορία, στην βαρβαρότητα που έζησε η Θράκη και δεν διδάσκεται δυστυχώς στο σχολείο από την ιστορία της μητριάς Ελλάδας.

Πηγές
Αποσπάσματα από το γραπτό του Παντελή Σ. Αθανασιάδη "Δολοφονίες, ληστείες, απαγωγές και τρόμος στο Νομό Ροδόπης 1923-1924"

Live ενημέρωση

Ακολουθήστε το xronos.gr στο Google News

Ροή Ειδήσεων

xronos
xronos.gr

ΑΡ. ΜΗΤ: 232265

mit-logo