Λειψυδρία στη Ροδόπη: Χωράφια που πλημμυρίζουν τον χειμώνα, «διψούν» το καλοκαίρι
Γράφει ο Παράσχος Ανδρούτσος
Γεγονότα, εκθέσεις, έγγραφα, επίσημες μαρτυρίες
Οι κάτοικοι της Κομοτηνής, χριστιανοί και μουσουλμάνοι που πίστεψαν ότι με την προέλαση του ελληνικού στρατού έληξαν για πάντα τα βάσανά τους, απελπίστηκαν όταν άκουσαν ότι έμελλε να παραδοθεί πάλι η πόλη στους Βουλγάρους
Από την αρχή της εγκατάστασης του βουλγαρικού στρατού και των Βουλγάρων εποίκων στη Ροδόπη όπως και στην Ανατολική Μακεδονία και σε ολόκληρη την Θράκη κατά την Α' και Β' κατοχή τους 1912-1913 και 1919-1920 διέπραξαν πολλές ωμότητες, όπως σφαγές, ατιμώσεις, βιαιοπραγίες, εξορίες, εκτοπισμούς, απελάσεις και καταστροφές που δεν δικαιολογούνται να γίνονται από έναν τακτικό στρατό όπως και από τις αρχές τους και από τους εγκατεστημένους εποίκους. Έτσι λοιπόν εκείνη την εποχή στην Αθήνα εκδόθηκε ένα έντυπο που περιείχε "σταγόνες" από τας εις βάρος των Ελλήνων γεγονότα που επακολούθησαν. Ορισμένα από αυτά σας τα παρουσιάζουμε υπό τον όρο ότι το γραπτό αυτό προορίζεται μόνο για την ενημέρωση της ιστορίας και των γεγονότων που έγιναν εκείνη την εποχή και όχι για το μίσος γιατί λαός που δεν γνωρίζει την ιστορία του είναι καταδικασμένος να εξαφανισθεί.
Έτσι λοιπόν όπως μας ενημερώνει το έντυπο Κοινοβουλευτική Επιτροπή της Βουλής των Ελλήνων εξακρίβωσε, ότι από την αρχή της βουλγαρικής κατοχής υπήρχαν υποδείξεις από την βουλγαρική κυβέρνηση στις βουλγαρικές αρχές κατοχής για να εκκαθαρίσουν όλα τα μέρη που ήταν υπό κατοχή από τον βουλγαρικό στρατό και τον μουσουλμανικό και τον χριστιανικό πληθυσμό ώστε το έδαφος να μείνει ελεύθερο προς εγκατάσταση Βουλγάρων εποίκων. Έτσι λοιπόν πρώτα στα μουσουλμανικά χωριά εξολόθρευσαν όλους τους πρόκριτους τους. Τον Ιούλιο δε, όταν έφευγαν οι Βούλγαροι επειδή προέλαυνε ο ελληνικός στρατό, έκαυσαν βόρεια της Κομοτηνής, 18 μουσουλμανικά χωριά, οι δε μουσουλμάνοι χωρικοί πεινασμένοι και γυμνοί, κατέφυγαν, για να σωθούν στις χαράδρες και στα γύρω βουνά, εξήλθαν μόνο, όταν βεβαιώθηκαν για την προέλαση του ελληνικού στρατού, τον οποίο υποδέχθηκαν εγκάρδια ως σωτήρες και ελευθερωτές.
Αποχωρούντες πάλι οι Βούλγαροι απογύμνωσαν τελείως τα καταστήματα της Κομοτηνής καθώς επίσης άρπαξαν ό,τι κινητό υπήρχε στα χωριά αφού ελήστευσαν και τους χωρικούς. Ο Βούλγαρος διοικητής δε άρπαξε δέκα χιλιάδες φράγκα από το δημαρχιακό ταμείο της Κομοτηνής. Η δε συμμορία του αρχικομιτατζή Τάνεφ μέχρι την ημέρα της αποχώρησης του βουλγαρικού στρατού σε όλα τα περίχωρα λήστευε και δολοφονούσε χριστιανούς και μουσουλμάνους. Στις 26 Ιουνίου 1913 συνελήφθησαν από τους Βουλγάρους από την Κομοτηνή χωρίς καμία αιτία οι κάτωθι 17 πρόκριτοι και ο αρχιερατικός επίτροπος: Αρχιμανδρίτης Νικόλαος, Γεώργιος Σήτης, τραπεζίτης ετών 70, Θεοχάρης Ζωΐογλου έμπορος ετών 45, Δημήτριος Βουτιάδης δικηγόρος ετών 60, Αλέξανδρος Χρηστίδης ιατρός ετών 45, Περικλής Κατσανόπουλος έμπορος ετών 45, Σπύρος Παρασκευάς έμπορος καπνών ετών 45, Διαμαντής Βογιατζόγλου έμπορος καπνών ετών 30, Απόστολος Γιαγτζίδης έμπορος οινοπνευμάτων ετών 50, Ιωάννης Αθανασιάδης ιδιοκτήτης ξενοδοχείου "Η Ροδόπη" ετών 45, Χριστόφορος Ποάλας ιδιοκτήτης ξενοδοχείου "Η Κωνσταντινούπολη" ετών 50, Γεώργιος Σκουτέρης τέως στρατιώτης του οθωμανικού στρατού ετών 24, Νικόλαος Καραμπάσης καπνεργάτης ετών 25, Ευάγγελος Κωνσταντίνου καφεπώλης του σιδηροδρομικού σταθμού ετών 55, Παναγιώτης Τσάμης φαρμακοποιός ετών 30, Σοφοκλής Κομνηνός διδάσκαλος της Τσανάκλειου Σχολής ετών 30, Συμεών Χριστοδούλου εμπορομεσίτης ετών 60. Οι συλληφθέντες αυτοί την επομένη 27 Ιουνίου με το τρένο μέσω σιδηροδρομικού σταθμού της Κομοτηνής οδηγήθηκαν στην Αδριανούπολη, όπου τους εντόπισαν Έλληνες κάτοικοι της πόλης αυτής.
Από την Μαρώνεια οι Βούλγαροι απήγαγαν την 29η Ιουνίου ένδεκα κατοίκους. Αυτούς τους απέστειλαν στην Κομοτηνή και από εκεί στην Αδριανούπολη με το τρένο και είναι οι εξής: Παπά Θωμάς ετών 60, Λάσκαρης Περβανάς ιατρός ετών 60, Νέστωρ Χουρμουζιάδης ιατρός ετών 60, Λεοντάρης Λεονταρίδης έμπορος ετών 40, Χαράλαμπος Λεονταρίδης έμπορος ετών 35, Αντώνης Χατζηαντωνίου έμπορος ετών 35, Δημήτριος Στογιάννης έμπορος ετών 38, Παράσχος Μαυρουδής έμπορος ετών 55, Μιλτιάδης Εμμανουήλ καφεπώλης ετών 60, Φώτιος Χριστοδούλου πρόεδρος Μαρώνειας ετών 60, Καπετάν Θόδωρος αλιεύς ετών 45.
Την 8η Ιουλίου πάλι συνέλαβαν οι Βούλγαροι και μετέφεραν στην Κομοτηνή ως ομήρους άλλους 13 κατοίκους στης Μαρώνειας και ήταν οι εξής: Πασχάλης Ιωάννου διδάσκαλος ετών 70, Μάρκος Ανανίδης έμπορος ετών 60, Αθανάσιος Καλαϊτζής έμπορος ετών 20, Παντελής Μάρκου έμπορος ετών 24, Γεώργιος Κρυωνάς αργυραμοιβός ετών 28, Αντώνης Χριστοδούλου καφεπώλης ετών 60, Χρυσόστομος Σταύρου Παντοπώλης ετών 25, Νικόλαος Σγουρής σπουδαστής ετών 22, Παναγιώτης Καρτάλης γεωργός ετών 60, Λουκάς Στρίτας αλιεύς ετών 50, Βασίλειος Κουζούνης μυλοθρός ετών 45, Αναστάσιος Αντωνίου ανθρακέμπορος ετών 45, Νικόλαος Καρακόμης παντοπώλης ετών 42. Αυτούς όμως τους εγκατέλειψαν στην Κομοτηνή λόγω της ταχείας προέλασης του ελληνικού στρατού και δεν πρόλαβαν να τους αποστείλουν στα ενδότερα της Βουλγαρίας.

Λίγο πριν εγκαταλείψουν οι Βούλγαροι την Ροδόπη λήστεψαν τους πρόκριτους της Μαρώνειας, απειλώντας τους ότι και θα την πυρπολήσουν με τους Κομιτατζήδες. Οι κάτοικοι φοβούμενοι εγκατέλειψαν την Μαρώνεια στις 11 Ιουλίου και διέμεναν στα γύρω βουνά σε δύσκολες καιρικές συνθήκες. Νήπια και γέροντες ακολούθησαν τους εγκαταλείποντες το χωριό βαδίζοντας μέσα στην νύκτα επί τέσσερις ώρες υπό ραγδαία βροχή. Επί δύο ημέρες όλος ο πληθυσμός κατασκήνωσε μέσα στις σπηλιές, στερούμενοι τα πάντα.
Εν τω μεταξύ Κομιτατζήδες κάτοικοι των Προσκυνητών μετέβησαν στην Μαρώνεια και αφού την απογύμνωσαν από ότι τους ήταν χρήσιμο ξεκίνησαν να βάλουν φωτιά στα σπίτια τους. Πρόλαβαν και έκαψαν μόνο πέντε σπίτια, γιατί μπροστά στην θάλασσα της Μαρώνειας περιέπλεαν ελληνικά πολεμικά πλοία και άρχισαν να φωτίζουν με τους ισχυρούς προβολείς τους το χωριό, έτσι οι Κομιτατζήδες φοβήθηκαν και τράπηκαν σε φυγή επιστρέφοντας στους Προσκυνητές.
Οι φυγάδες κάτοικοι της Μαρώνειας με φωτεινά σήματα προκάλεσαν την προσοχή του ελληνικού στόλου, έτσι το πρωί της 13 Ιουλίου αποβίβασαν αγήματα ναυτών στην περιοχή, οπότε και οι Μαρωνίτες επανήλθαν στα σπίτια τους.
Φεύγοντας πάλι οι Βούλγαροι στρατιώτες απήγαγαν ως ομήρους 11 κατοίκους από το Κόσμιο που ο ένας ήταν ιερέας, επίσης πέντε κατοίκους από την Γρατινή και τέσσερις από τον Ίασμο. Στην Κίρκη πάλι οι Βούλγαροι κατέκαυσαν και διακόσιες χιλιάδες οκάδες ξυλάνθρακες του πρόκριτου της Μαρώνειας Μάρκου.
Ο βουλγαρικός στρατός εκτός από την Ροδόπη πήρε ως ομήρους και από την Ξάνθη, την Αλεξανδρούπολη, έναν διδάσκαλο από την Κίρκη, από την Μάκρη, το Σουφλί, επίσης και από την Ανατολική Θράκη από την Τσατάλτζα μέχρι και την Αδριανούπολη. Στην Αδριανούπολη πάλι εφόνευσαν και έπνιξαν στο ποτάμι πολλούς Έλληνες ομήρους.
Στις 5 Αυγούστου άφησαν ελεύθερους όλους τους Έλληνες ομήρους μέσα στην Βουλγαρία, αυτοί μη γνωρίζοντας τον τόπο περιεφέροντο πεινασμένοι, απεγνωσμένοι και έτσι πολλοί από αυτούς διασκορπίσθηκαν σε διάφορες πόλεις της Βουλγαρίας ζητιανεύοντας. Στο τέλος με τη βοήθεια της ελληνικής κοινότητας και του Αυστριακού Προξενείου τους μετέφεραν με το τρένο στην Βάρνα και από εκεί τους απέστειλαν με το αυστριακό πλοίο "Κέλτ" στην Κωνσταντινούπολη.
Οι όμηροι αυτοί επί πέντε ημέρες παρέμειναν στα καθαρτήρια και από εκεί με εντολή του Πατριάρχη εγκαταστάθηκαν στην Μαράσλεια Σχολή μέχρι να βρεθεί το κατάλληλο μέσο για να επιστρέψουν στην πατρίδα τους.
Επιστρέφουμε πάλι πίσω στο πρωινό της 12ης Ιουλίου οι Βούλγαροι ανατίναξαν τα πυρομαχικά τους για να μην πέσουν στα χέρια του ελληνικού στρατού που προέλαυνε προς την πόλη, αυτά τα είχαν εκεί δίπλα στον σιδηροδρομικό σταθμό της Κομοτηνής. Η έκρηξη υπήρξε σφοδρότατη, φέρνοντας τον πανικό στην πόλη, τα τζάμια των γύρω σπιτιών έσπασαν όλα, φονεύθηκε δε ένας μουσουλμάνος και ένας άλλος πληγώθηκε σοβαρά. Μάλιστα είχαν ετοιμασθεί να ανατινάξουν και το στρατόπεδο τους που βρισκόταν μέσα στην πόλη. Έτσι αφού περιέβρεξαν με πετρέλαιο, τα άφθονα όπλα, πυρομαχικά, οβίδες και βόμβες, ευτυχώς όμως απέτυχαν.
Πριν φύγει επίσης ο βουλγαρικός στρατός αφόπλισε όλους τους Έλληνες κατοίκους και όπλισε επιδεικτικά τους Βούλγαρους και τους Αρμένιους πολίτες κατοίκους της πόλης. Ζήτησαν μάλιστα να οπλίσουν και τους μουσουλμάνους για να εξεγερθούν κατά των χριστιανών βεβαιώνοντάς τους ότι δήθεν την πόλη θα την καταλάμβανε ο τουρκικός στρατός. Αλλά οι μουσουλμάνοι αρνήθηκαν.
Κατάσχεσαν στην Κομοτηνή τα μουσουλμανικά τεμένη, μετατρέποντάς το ένα σε ναό των Αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου, έναντι της Δημοτικής Αγοράς, στην πλατεία Αρχιεπισκόπου Χρυσάνθου, το δε άλλο το έκαναν αποθήκη παστών κρεάτων.
Μόλις καταλήφθηκε η Κομοτηνή από τον ελληνικό στρατό στις 18 Ιουλίου αμέσως η ελληνική διοίκηση παρέδωσε τα τεμένη στους μουσουλμάνους. Τότε ο μουφτής Κομοτηνής Μεχμέτ Αρίφ έβγαλε λόγο και μεταξύ των άλλων ευχαρίστησε τον βασιλέα Κωνσταντίνο και την επομένη απέστειλε ευχαριστήριο τηλεγράφημα στο οποίο υπέγραφαν και πάρα πολλοί έγκριτοι μουσουλμάνοι της Κομοτηνής.
Οι Βούλγαροι πάλι φέρθηκαν άγρια και στους Έλληνες λειτουργούς της χριστιανικής θρησκείας. Σε έκθεση του στις 18 Μαρτίου 1913 προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη κατήγγειλε ο πρωτοσύγκελος της Μητρόπολης Μαρωνείας αρχιμανδρίτης Νικόλαος (που τον απήγαγαν μετέπειτα): "Στις 13 Μαρτίου, Βούλγαροι στρατιώτες και νοσοκόμοι του Ερυθρού Σταυρού εμφανίσθηκαν σον τρίτο όροφο της Τσανάκλειου Σχολής, όπου είναι εγκατεστημένη η Μητρόπολη και ζήτησαν να εκκενώσουν τον όροφο εντός μισής ώρας, γιατί θα χρησιμοποιούσε τον όροφο αυτό ο Βούλγαρος αρχίατρος του Ερυθρού Σταυρού για τους τραυματίες του πολέμου. Αμέσως πήγα στον υποστράτηγο Πετρώφ και διαμαρτυρήθηκα γι' αυτήν την απόφαση. Ο Πετρώφ, κάλεσε τον αρχίατρο λέγοντας του να μας αφήσει ήσυχους και να αρκεστεί στους υπόλοιπους δύο ορόφους. Τότε ο αρχίατρος έσφιξε την γροθιά του και κινήθηκε προς το μέρος μου με άγριες διαθέσεις αλλά τον σταμάτησε ο Πετρώφ.
Εν τω μεταξύ, οι στρατιώτες και οι νοσοκόμοι, άρχισαν να πετούν από τα παράθυρα και να κατακρημνίζουν από τις σκάλες όλα τα έπιπλα μαζί με τα αρχεία, τους κώδικες, τα σκεύη της Μητρόπολης. Έκτοτε η Μητρόπολη δεν είχε δικό της κτίριο για να στεγασθεί ο δε Αρχιερατικός Επίτροπος περιπλανιόταν από σπίτι σε σπίτι μη έχοντας ησυχία από τους Βουλγάρους".
Οι κάτοικοι της Κομοτηνής, χριστιανοί και μουσουλμάνοι που πίστεψαν ότι με την προέλαση του ελληνικού στρατού έληξαν για πάντα τα βάσανά τους, απελπίστηκαν όταν άκουσαν ότι έμελλε να παραδοθεί πάλι η πόλη στους Βουλγάρους.
Έτσι λοιπόν στις 7 Αυγούστου απέστειλαν τηλεγράφημα στους βασιλείς της Αγγλίας, της Ιταλίας, του αυτοκράτορα της Ρωσίας, της Γερμανίας και της Αυστρουγγαρίας και προς τον πρόεδρο της Γαλλικής Δημοκρατίας διαμαρτυρόμενοι για την εκχώρηση της περιοχής αυτής στη Βουλγαρία. Υπέγραψαν εξ ονόματος των χριστιανών ο πρωθιερέας Παπακυπριανός και εξ ονόματος των μουσουλμάνων ο μουφτής Μεχμέτ Αρίφ.
Το τηλεγράφημά τους όμως ήταν φωνή βοώντος εν τη ερήμω. Έτσι λοιπόν οι κάτοικοι της Ροδόπης υπέστησαν όλα τα χρόνια τα πάνδεινα από τους Βούλγαρους εποίκους και τον στρατό τους μέχρι τις 14 Μαΐου 1920 που ο ελληνικός στρατός εισήλθε απελευθερωτής στην Κομοτηνή και συνέθλιψε μια για πάντα την ταφόπλακα της υποδούλωσής της.
Έκτοτε μέχρι και σήμερα με ένα μόνο μικρό διάστημα από το 1941 μέχρι και το 1944 η Ροδόπη και κατ' επέκταση η Θράκη παραμένει ελεύθερη και ενσωματωμένη μια για πάντα στον κορμό της μητέρας Ελλάδας.
Πηγή
Αποσπάσματα από το έντυπο "Αι βουλγαρικαί ομότητες εν τη Ανατολική Μακεδονία και Θράκη 1912-1913" Αθήναι 1914
Ακολουθήστε το xronos.gr στο Google News