Σε Ίασμο και Σάπες την Παρασκευή ο Άδωνις Γεωργιάδης
Η Εποποιία της μάχης των Οχυρών, κατά μήκος της ελληνο-βουλγαρικής μεθορίου, με την συμπαιγνία της ουδέτερης Βουλγαρίας στις 6 και 7 Απριλίου του 1941, αποτελεί μια από τις ηρωικότερες σελίδες αντίστασης των Ελλήνων μαχητών εναντίον του Άξονα
Γράφει ο Μιχάλης Καλογιαννίδης, εκπαιδευτικός
Αυτό που δεν κατόρθωσαν οι Ιταλοί του Μουσολίνι εναντίον της Ελλάδος στο Βορειοηπειρωτικό Αλβανικό μέτωπο, από τον Οκτώβριο του 1940 και την Πανωλεθρία που υπέστησαν, το επιχείρησαν τελικώς οι σύμμαχοί τους Γερμανοί του Χίτλερ, την άνοιξη του '41, που αποτελεί και την τελευταία φάση του ελληνο-ιταλικού πολέμου, με την γερμανική επίθεση κατά της χώρας μας, από το βουλγαρικό έδαφος την 6η Απριλίου 1941, με το χτύπημα δηλαδή στα νώτα των ελληνικών στρατευμάτων που πολεμούσαν και νικούσαν ως και την τελευταία στιγμή στην Αλβανία.
Η Εποποιία της μάχης των Οχυρών, κατά μήκος της ελληνο-βουλγαρικής μεθορίου, με την συμπαιγνία της ουδέτερης Βουλγαρίας στις 6 και 7 Απριλίου του 1941, αποτελεί μια από τις ηρωικότερες σελίδες αντίστασης των Ελλήνων μαχητών εναντίον του Άξονα, γεγονός που εξήρε και ο ίδιος ο Χίτλερ με τα παρακάτω λόγια: "Ενώπιον της ιστορίας είμαι υποχρεωμένος να πω, ότι μεταξύ όλων των αντιπάλων μας ο Έλληνας στρατιώτης ήταν εκείνος που πολέμησε με την μεγαλύτερη περιφρόνηση για τον θάνατο. Δεν υπέκυψε παρά μόνο όταν κάθε αντίσταση είχε καταστεί αδύνατη".
Και σ' αυτή όμως τη φάση του πολέμου ο ρόλος της γειτονικής μας χώρας της Βουλγαρίας ήταν καταλυτικός με την απόφαση να επιτρέψει την είσοδο των γερμανικών στρατευμάτων, μέσω των εδαφών της, παρά την ουδετερότητα που προσποιήθηκε μέχρι και την τελευταία στιγμή ότι θα κρατήσει. Ένας ρόλος προδοτικός απέναντι στην Ελλάδα, που γνώριζε όμως πολύ καλά από το παρελθόν τη δολερότητα των Βουλγάρων.
Για να γίνει πιο κατανοητή η βουλγαρική αυτή στάση, είναι σκόπιμο να προβούμε σε μια σύντομη αναδρομή στο ιστορικό παρελθόν, για να διαπιστώσουμε τις διαρκείς και ύπουλες βλέψεις, προς τη χώρα μας και την πρόσβασή της στο Θρακικό Πέλαγος, που ήταν ανέκαθεν ο διακαής πόθος που ήθελε να πραγματοποιήσει όποτε της δινόταν και η παραμικρή ευκαιρία.
Από το 1912-13 και τον πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και σε όλη επίσης τη διάρκεια του Μεσοπολέμου 1919-1930, όλοι στην περιοχή των Βαλκανίων αποκαλούσαν την Βουλγαρία ταραξία, τόσο για την αλλοπρόσαλλη τακτική της, όσο και για τις διεκδικήσεις της σε εδάφη των γειτόνων της και ιδιαίτερα της Ελλάδος, διεκδικήσεις που προσπαθούσε να τις διατηρεί ζωντανές με διαρκείς και ασταμάτητες εισβολές και παντοίες δράσεις, συντρόφων της Κομιτατζήδων, σε εδάφη που ποτέ δεν της ανήκαν.
Η Ελλάδα και ο Ελληνισμός διαχρονικά από την εμφάνιση ακόμα των Βουλγάρων, κατά τη βυζαντινή περίοδο, αλλεπάλληλες φορές είχαν υποστεί θηριωδίες, εισβολές πολέμους και διώξεις από τον αχαρακτήριστο αυτόν εισβολέα και γνώριζαν πολύ καλά τη συμπεριφορά του.
Ο ελληνικός χώρος, από τις εκβολές του Στρυμόνα ποταμού και ως τον Έβρο, το πιο ευαίσθητο σημείο για τη χώρα μας είναι μια στενή ζώνη, μια γεωγραφική στενωσιά με πολύ μικρό βάθος και συνεπώς ένας εύκολος στόχος για κάθε ύπουλο και αφερέγγυο γείτονα.
Ένας εχθρός μπορούσε εύκολα να φτάσει στη θάλασσα, στο Αιγαίο Πέλαγος, να αποκτήσει και να διχοτομήσει την περιοχή, χωρίς να προλάβουν να έχουν οι ελληνικές δυνάμεις το απαραίτητο για ελιγμούς και αντεπιθέσεις βάθος, αλλά και τον απαραίτητο χρόνο αντίδρασης προπαντός.
Οι πληθυσμοί της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης έχουν βιώσει φρικτές καταστάσεις και πολύ αρνητικές μνήμες από την παρουσία των Βουλγάρων στα μέρη αυτή.
Από την περίοδο του 1912-1913, όταν ο βουλγαρικός στρατός, κατά τον Α' Βαλκανικό Πόλεμο, εναντίον της Τουρκίας έφτασε και πέρασε τον Στρυμόνα και κατέλαβε ελληνικά εδάφη. Η περίοδος βέβαια αυτή τερματίστηκε με την νικηφόρο ελληνική προέλαση κατά τον β' Βαλκανικό Πόλεμο του 1913 κατά των Βουλγάρων, μια υποχώρηση όμως που σημαδεύτηκε από διωγμούς, ερείπια και φοβερές σφαγές ελληνικού πληθυσμού όπως π.χ. του ηρωικού Δοξάτου.
Μάλιστα δε η Δυτική Θράκη από το Νέστο, ως τον Έβρο, έμεινε και πάλι στη βουλγαρική κυριαρχία και μετά τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου το 1913 και ενσωματώθηκε στον κορμό της Ελλάδος, μετά το τέλος του Α' Παγκοσμίου Πολέμου και ύστερα από διπλωματικές περιπέτειες, με τη συμπαιγνία των Μεγάλων συμμάχων μας, μόλις στις 14 Μαΐου 1920.
Αυτά όμως που έλαβαν χώρα στο μεσοδιάστημα που μεσολάβησε δείχνουν ακριβώς και τις ενδόμυχες προθέσεις της Βουλγαρίας για τα εδάφη αυτά. Οι κρατικές βουλγαρικές θηριωδίες που διαπράχθηκαν κατά διαστήματα στις περιοχές αυτές δεν μπορούν ούτε να περιγραφούν.
Οι άμαχοι πληθυσμοί χριστιανοί και μουσουλμάνοι πάθαιναν ομαδική παράκρουση και πανικό στη σκέψη και μόνο για μια ενδεχόμενη βουλγαρική παρουσία στα μέρη τους.
Αυτή και μόνο η προοπτική μιας νέας και ύπουλης βουλγαρικής εισβολής στα εδάφη αυτά, οδήγησε την Ελλάδα να προχωρήσει έγκαιρα και μυστικά στην σχετική οχύρωση των βόρειων ελληνο-βουλγαρικών συνόρων μας.
Έτσι από το 1934 άρχισε η κατασκευή μικρών έργων στην ελληνο-βουλγαρική μεθόριο από την Ανατολική Μακεδονία μέχρι και τη Θράκη.
Τα χρόνια που ακολουθούν γίνονται όλο και πιο σκοτεινά με την άνοδο του γερμανικού ναζισμού και τη δημιουργία του "Άξονα Βερολίνου - Ρώμης".
Παρά τους διπλωματικούς ελιγμούς της Σόφιας, όλοι πιστεύουν πως στον επερχόμενο γενικευμένο πόλεμο, πάλι στο πλευρό της Γερμανίας θα βρεθεί η Βουλγαρία, για να κάνει πραγματικότητα την "Μεγάλη Βουλγαρία" της συνθήκης του Αγίου Στεφάνου, με καταπατήσεις από την Ελλάδα και τη Γιουγκοσλαβία.
Με τον ολοφάνερο πια κίνδυνο και με το πνεύμα της εποχής, όλο και συμπληρώνεται η οχύρωση της στρατηγικής αμυντικής τοποθεσίας που ανεπίσημα παίρνει την ονομασία "Γραμμή Μεταξά" και περιλάμβανε μια σειρά είκοσι οχυρών από τα Eλληνο-Γιουγκοσλαβικά σύνορα δυτικά, ως και της Νυμφαίας το τελευταίο και ανατολικότερο οχυρό πάνω από την πόλη της Κομοτηνής.
Ήταν για την εποχή εκείνη, η "χρυσή τομή" όπως ονομάστηκαν, δηλαδή ούτε τόσο βαριά, όπως της γαλλικής γραμμής Μαζινώ, αλλά ούτε τόσο "ελαφρά" σαν τις γιουγκοσλαβικές οχυρώσεις και η αποστολή τους παρέμενε πάντα η αρχική, δηλαδή ν' αποκρούσουν ενδεχόμενη επίθεση των Βουλγάρων από βορρά στη Θράκη και να κρατήσουν ώσπου να φτάσουν οι περισσότερες και επιστρατευμένες δυνάμεις από το εσωτερικό της χώρας.
Στις 8 Απριλίου 1939 με την απόβαση της Ιταλίας στο αλβανικό έδαφος, αλλάζουν τα δεδομένα.
Όλα τα ελληνικά σχέδια επιστρατεύσεως και επιχειρήσεων αναπροσαρμόζονται στον κίνδυνο αυτόν που λέγεται φασιστική Ιταλία με την εισβολή της στην Ελλάδα τον Οκτώβριο του 1940.
Αλλά ακόμα και τώρα ο βουλγαρικός κίνδυνος, δεν μπορεί να παραμεληθεί, γιατί δύσκολα μπορεί κανείς να υποθέσει ότι ο ταραξίας της Βαλκανικής, Βουλγαρία θα μείνει αδρανής σε μια τέτοια ευκαιρία ιταλικής επίθεσης κατά της Ελλάδος, γι' αυτό και δεν αποσύρονται από την περιοχή τα απαραίτητα στρατιωτικά τμήματα φύλαξης των συνόρων.
Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός, ότι το πρωί της 28ης Οκτωβρίου, με την εισβολή της Ιταλίας κατά της Ελλάδος ο πρωθυπουργός Ιων. Μεταξάς, μόλις τελείωσε με τις πρώτες πολεμικές διαταγές του, ανήσυχος τηλεφωνεί στον Έλληνα πρέσβη στη Σόφια, Πιπινέλη, προκειμένου να τον ενημερώσει για το γεγονός και να ρωτήσει όμως με αγωνία:
-Εκεί τι γίνεται εκεί, κύριε πρέσβη;
-Τίποτε κύριε Πρόεδρε, εδώ επικρατεί ησυχία…
Όλοι όμως στην Ελλάδα, πολιτική και στρατιωτική ηγεσία περιμένουν ν' ανοίξει και το "Δεύτερο Μέτωπο". Γι' αυτό και θα περάσουν ημέρες, ώστε να πεισθούν ότι δεν άρχισε και βουλγαρική επίθεση, δεν αμφιβάλλουν όμως για το τι θα συμβεί σύντομα.
Τα επανωτά παθήματα του Μουσολίνι στο αλβανικό μέτωπο δεν μπορούν ν' αφήσουν αδιάφορο τον συνεταίρο του.
Πριν κλίσει ο Νοέμβριος, η ελληνική Πρεσβεία μας στη Σόφια στέλνει στην Αθήνα την πληροφορία, ότι Γερμανοί αξιωματικοί και τεχνικοί -με πολιτικά- επιθεωρούν τα βουλγαρικά αεροδρόμια και τα βάθρα γεφυρών, αν αντέχουν στο πέρασμα βαρέων αρμάτων.
Όλοι είναι βέβαιοι για μια γερμανική εισβολή στην Ελλάδα, αλλά ο πρωθυπουργός Μεταξάς φροντίζει, με ιδιαίτερη προσοχή, να μην δοθεί από την Ελλάδα η παραμικρή αφορμή προς την Γερμανία.
Κανείς ακόμα δεν μπορεί να φανταστεί την τακτική που θα ακολουθήσει η Βουλγαρία σ' αυτόν τον πόλεμο.
Τεμαχισμένη από τα παθήματα του παρελθόντος (1913, 1916-18) θα προτιμήσει μακιαβελικές λύσεις και θα δώσει χίλιες δύο υποσχέσεις και εγγυήσεις ουδετερότητας προς την Τουρκία και θα μείνει ουδέτερη στον πόλεμο κατά της Ρωσίας.
Κυνική πολιτική θα ακολουθήσει απέναντι της Ελλάδος και της Γιουγκοσλαβίας με την παραχώρηση του εδάφους της για την διέλευση των γερμανικών στρατευμάτων.
Οι Βούλγαροι θα μείνουν "θεατές" και μόνο δύο εβδομάδες μετά την γερμανική εισβολή και κατάκτηση της χώρας μας, θα αρπάξουν ό,τι τους πετάξει ο Χίτλερ: Την Ανατολική Μακεδονία και Θράκη από την Ελλάδα και Σκόπια και το Μοναστήρι και την περιοχή του από την Γιουγκοσλαβία.
Τέτοια "πολεμική αναισχυντία" δύσκολα μπορεί κανείς να την ανακαλύψει στην ιστορία άλλων εποχών και άλλων περιοχών του πλανήτη και ήταν αδύνατο να την προβλέψει κανείς.
Στις 5:45' το πρωί της 6ης Απριλίου 1941, ημέρα Κυριακή, ο πρεσβευτής της Γερμανίας Φον Έρμπαχτ επιδίδει στον Έλληνα πρωθυπουργό Αλέξανδρο Κορυζή -είχε ήδη αποβιώσει από τις 29 Ιανουαρίου ο Ιωάννης Μεταξάς- γερμανικό τελεσίγραφο: "…Διότι η Ελλάς υπήρξε το μόνο ευρωπαϊκό κράτος που επέτρεψε στα αγγλικά στρατεύματα να θέσουν πόδι επί ευρωπαϊκού εδάφους… Το Ράιχ έδωσε διαταγές συντριβής των αγγλικών στρατευμάτων. Θα συντριβεί επίσης κάθε ελληνική αντίσταση.
Και στην δεύτερη αυτοκρατορία, δίνεται η ίδια ελληνική απάντηση: ΟΧΙ και η εισβολή είχε ξεκινήσει.
Τα οχυρά δεν κατελήφθησαν στη μάχη, οι μαχητές τους έμειναν όρθιοι και δεν επέτρεψαν τη είσοδο των Γερμανών από τα εδάφη που υπερασπίζονταν και μόνο μετά την είσοδο των γερμανικών στρατευμάτων στη Θεσσαλονίκη και τη συνθηκολόγηση της Ελλάδος, παραδόθηκαν στον εχθρό, για να ξεκινήσει μια τριπλή και απάνθρωπη εχθρική κατοχή Γερμανών, Ιταλών και Βουλγάρων, γνωστή για τα εγκλήματα και τις σφαγές κατά Ελλήνων πατριωτών.
Οι Βούλγαροι για μια ακόμα φορά ήρθαν "ξυπόλητοι" στην Ελλάδα και έφυγαν πίσω στην πατρίδα τους το 1944, με ολόκληρες περιουσίες.
Ακολουθήστε το xronos.gr στο Google News