Έφυγε από την ζωή η ομότιμη καθηγήτρια ΤΕΦΑΑ Ελένη Ζέτου-Μουντάκη
Γράφει ο Σίμος Μηναΐδης, ομότιμος καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου Νομικής Σχολής Δ.Π.Θ.
Η ένσταση αντισυνταγματικότητας ή αντιρρήσεις συνταγματικότητας -που δύναται να ενεργοποιηθεί στο στάδιο της καταρχήν συζήτησης των κατατεθέντων σχεδίων και προτάσεων νόμων (άρθ. 100 ΚτΒ)- αποτελεί ένα σημαντικό μέσον ελέγχου της κυβερνητικής δράσης κατά την άσκηση της νομοθετικής λειτουργίας, το οποίο συμβάλλει στην επιδίωξη της «καλής νομοθέτησης»
EΙΣΑΓΩΓΗ
Σύμφωνα με το άρθ. 26 παρ. 1 Σ., η νομοθετική λειτουργία ασκείται από τη Βουλή και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Η σύμπραξη των εν λόγω κρατικών οργάνων ως ισότιμων παραγόντων στην άσκηση της νομοθετικής λειτουργίας έχει απωλέσει, ιδίως μετά την αναθεώρηση του 1986, το πρωταρχικό της νόημα, διότι καταργήθηκε και τυπικά η αυτοτελής αρμοδιότητα της κύρωσης. Ήδη, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας απλώς εκδίδει και δημοσιεύει, μέσα σε αποκλειστική προθεσμία ενός μήνα, νομοσχέδια και προτάσεις νόμων που έχουν ψηφιστεί από τη Βουλή, δικαιούμενος σε περίπτωση παραβίασης των εν λόγω διαδικασιών να τα αναπέμψει στην Ολομέλεια της Βουλής, εκθέτοντας τους λόγους της αναπομπής (άρθ. 42 παρ. 1 Σ.).
Ενώ, η Βουλή -το μόνο κρατικό όργανο που διαθέτει άμεση δημοκρατική νομιμοποίηση- απέκτησε, απολύτως, κυρίαρχο νομοθετικό ρόλο στην παραγωγή των τυπικών νόμων και στην αναθεωρητική διαδικασία του Συντάγματος. Ειδικά ο ΚτΒ του 1987, μέσω του οποίου το νομοθετικό σώμα ορίζει, αυτόνομα, τον τρόπο της ελεύθερης και δημοκρατικής λειτουργίας του (άρθ. 65 παρ. 1 Σ.), προέβλεψε σημαντικές διαδικασίες που ενισχύουν την ομαλότητα και κανονικότητα του κοινοβουλευτικού γίγνεσθαι, ειδικότερα τη διασφάλιση της ουσιαστικής πληρότητας των υπό διαμόρφωση κανόνων δικαίου, την τήρηση βασικών αρχών του Συντάγματος και την αντιμετώπιση τυχόν ερμηνευτικών προβλημάτων που θα προέκυπταν κατά την εφαρμογή τους.
Μία από τις εν λόγω διαδικασίες, η ένσταση αντισυνταγματικότητας ή αντιρρήσεις συνταγματικότητας -που δύναται να ενεργοποιηθεί στο στάδιο της καταρχήν συζήτησης των κατατεθέντων σχεδίων και προτάσεων νόμων (άρθ. 100 ΚτΒ)- αποτελεί ένα σημαντικό μέσον ελέγχου της κυβερνητικής δράσης κατά την άσκηση της νομοθετικής λειτουργίας, το οποίο συμβάλλει στην επιδίωξη της «καλής νομοθέτησης».
Ο εν λόγω θεσμός εδράζεται στην αυξημένη τυπική ισχύ του Συντάγματος, η οποία προκύπτει, ευκρινώς, από την κατάταξή του στην υπέρτατη βαθμίδα της ιεραρχικής συστηματοποίησης των πηγών του Συνταγματικού Δικαίου και την απότοκη αυτής αναγωγή και εξάρτηση της υποδεέστερης πηγής από την υπερκείμενη.
Ο νόμος -που αντιμετωπίζεται ως πράξη μιας συντεταγμένης εξουσίας, εν προκειμένω της νομοθετικής- υπόκειται στο Σύνταγμα, το οποίο συνιστά προϊόν της συντακτιής (πρωτογενούς ή δευτερογενούς) εξουσίας, μέσω της οποίας θωρακίζεται η εξουσία του λαού. Συγκεκριμένα, το Σύνταγμα αποτελεί το αδιαμφισβήτητο κριτήριο εγκυρότητας(= όριο και μέτρο) των πρωτοβουλιών κάθε πολιτειακού οργάνου. Κατ’ επέκταση, η έννοια της «συνταγματικότητας» έχει κεντρική και αυτοτελή θέση σε σχέση και σε αντιδιαστολή προς την έννοια της «νομιμότητας».
Συνεπώς, τα νομοσχέδια, οι προτάσεις νόμων και οι τροπολογίες τους, που συζητούνται και ψηφίζονται από το νομοθετικό σώμα, μετουσιώνονται σε τυπικούς νόμους μόνον όταν δεν κατατεθούν αντιρρήσεις συνταγματικότητας ή όταν οι κατατεθείσες απορριφθούν από την πλειοψηφία των μελών του. Ενώ, στην περίπτωση παραδοχής της αντισυνταγματικότητάς τους σταματά η συνέχιση της δικαιοπαραγωγικής διαδικασίας.
Ο κανόνας του άρθ. 60 παρ. 1 Σ., που επιβάλλει στον βουλευτή να ενεργεί
«κατά συνείδηση» -χωρίς τούτο να συνεπάγεται την επιβολή κυρώσεων σε περίπτωση απραξίας του-, συνιστά εν πολλοίς τον αφετηριακό γνώμονα για την ενεργοποίηση, την εξέλιξη και την απόληξη της διαδικασίας αξιολόγησης των νομοθετημάτων σχετικά με τη μη αντίθεσή τους προς τις συνταγματικές διατάξεις (= συνταγματική νομιμότητα). Τούτο, δεν ανάγεται στη βούληση της πολιτικής εξουσίας η οποία ενεργεί ως αφηρημένη συστηματική ολότητα, αλλά αποκαλύπτεται, ιδίως, κατά την ad hoc πραγμάτωση του θεσμού μέσω της συγκεκριμένης, ελεύθερης και ανεξάρτητης από καταναγκασμούς και επιρροές πολιτικής συμπεριφοράς των φορέων του βουλευτικού λειτουργήματος.
Εν προκειμένω, η επιβολή της «κρατικής αυθεντίας», που εκδηλώνεται μέσω της κατάθεσης νομοσχεδίων, τίθεται –στο στάδιο της καταρχήν συζήτησής τους- στη δοκιμασία της κριτικής εκ μέρους των βουλευτών, η οποία συνιστά θεμελιώδη παράμετρο της αντιπροσωπευτικής εντολής. Στο πλαίσιο της σχετικής διαδικασίας αντιπαρατίθενται, αφενός, η εγγενής ιδιότητα της Κυβέρνησης να νομοθετεί μέσω σχεδίων νόμων (άρθ. 73 παρ.1 Σ.) προς την πολιτική αξιοπιστία των βουλευτών, που εκδηλώνεται με το δικαίωμά τους να αμφισβητούν τη συνταγματική νομιμότητα (ουσιαστική, διαδικαστική), δηλαδή το τεκμήριο συνταγματικότητας των νομοθετημάτων της.
Ο πολιτικός έλεγχος της συνταγματικότητας των νομοσχεδίων και προτάσεων νόμων από τη Βουλή δύναται να ενταχθεί, παρά τους κλυδωνισμούς της πολιτειακής μας εξέλιξης, ιδίως της τελευταίας δεκαπενταετίας και τις κρίσεις του κοινοβουλευτικού συστήματος διακυβέρνησης, στον θεσμικό πυρήνα των σταθερών του δημοκρατικού πολιτεύματος, που εγγυάται την παρεμβατική-ανασχετική δυνατότητα των βουλευτών σε τομέα όπου δοκιμάζεται συνταγματικά η νομοθετική λειτουργία.
Οι θεωρητικές αξιολογήσεις του εξεταζόμενου θεσμού συνδράμουν στην κατανόηση και ερμηνεία των νομικών ρυθμίσεων, οι οποίες του παρέχουν την αναγκαία κανονιστική υπόσταση και δικαιολογούν τη θεσμοποίησή του. Ενώ, η διερεύνηση της πρακτικής εφαρμογής του, που επιχειρείται εν προκειμένω και κινείται στο πεδίο του «κοινοβουλευτικού όντος» συντελεί στην ανάδειξη της λειτουργικότητας και αποτελεσματικότητας του θεσμού.
Δεδομένου ότι το Κοινοβουλευτικό Δίκαιο καταξιώνεται, προεχόντως, μέσα από την οντολογία του κοινοβουλευτικού γίγνεσθαι, στο παρόν πόνημα επιδιώκεται η κριτική ανάδειξη των πρακτικών που μετήλθαν οι συμπράξαντες στις διαδικασίες του άρθ. 100 ΚτΒ, η συστηματοποίηση των προβλημάτων που συνθέτουν την έννοια των παθογενειών, οι οποίες προκύπτουν από τον πολιτικό έλεγχο που ασκείται από τη Βουλή, οι κοινωνικοπολιτικές τους συνεπαγωγές και οι απότοκες αυτών προτάσεις κανονιστικής μεταρρύθμισης.
Στο πλαίσιο των παραπάνω αναλύσεων προκύπτουν προβλήματα, αλλά και προβληματισμοί σχετικά με τη λειτουργία του κοινοβουλευτικού συστήματος, καθώς και την ευθύνη των Υπουργών και Υφυπουργών, καθ’ όλη της διάρκεια της θητείας τους, ιδίως η αναντιστοιχία μεταξύ κοινοβουλευτικής θεωρίας και πρακτικής, της οποίας την ανάδειξη και το εύρος αυτής επωμίζεται, κατά κύριο λόγο, η αντιπολίτευση.
Οι εργασίες της Βουλής-που ανάγονται στην εξέταση των ενστάσεων αντισυνταγματικότητας των νομοθετημάτων- αποτελούν, διαχρονικά, έναν «ανελέητο καθρέφτη», ο οποίος μας αποκαλύπτει, συχνά, την πικρή αλήθεια σχετικά με την άσκηση της πολιτικής στον τομέα της νομοθέτησης, που επικεντρώνεται στην καταχρηστική άσκησή της από την πλευρά της Κυβέρνησης, αλλά και στον πλημμελή έλεγχο των ρυθμιστικών της επιλογών από την πλευρά της αντιπολίτευσης.
I. H ΕΛΛΕΙΨΗ ΡΗΤΗΣ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗΣ ΔΙΑΤΑΞΗΣ ΠΟΥ ΝΑ ΠΡΟΒΛΕΠΕΙ ΤΟΝ ΘΕΣΜΟ
Ο πολιτικός έλεγχος της συνταγματικότητας νομοσχεδίων και προτάσεων νόμων από τη Βουλή δεν προβλέπεται ρητώς στο Σύνταγμα. Δεδομένου, όμως, ότι η Βουλή, ως εκφραστής της λαϊκής κυριαρχίας, ανυψώνεται στο πρώτο από πλευράς σημασίας κρατικό όργανο, με απολύτως κυρίαρχο νομοθετικό ρόλο στην παραγωγή (άρθ. 73 επ. Σ.) και αυθεντική ερμηνεία των τυπικών νόμων (άρθ.77 παρ. 1 Σ.), τούτο παρέπεται ότι ο Πρόεδρος της Βουλής και οι βουλευτές δύνανται να θεμελιώνουν, μέσω σχετικών ενστάσεων, την αντισυνταγματικότητα νομοσχεδίων και προτάσεων νόμων, όπως διαμορφώθηκαν από την αρμόδια Επιτροπή και να ζητούν από τη Βουλή να αποφανθεί σχετικά. Προς επίρρωση αυτών συντρέχει η αρχή της διάκρισης των κρατικών λειτουργιών (άρθ. 26 Σ).
Η εν λόγω δυνατότητα θεμελιώνεται και στην παραβίαση –πέραν των ανωτέρω- των θεμελιωδών αρχών του Συντάγματος, και των ειδικότερων συνταγματικών διατάξεων που ρυθμίζουν ζητήματα ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων (άρθ. 2, 4-25), την οργάνωση και λειτουργία της Βουλής (ιδίως, άρθ. 70-72), καθώς και την έλλειψη των προϋποθέσεων εκλογίκευσης του κανονιστικού περιεχομένου των νόμων (άρθ. 73-77).
ΙΙ. Η ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΗΣ ΠΡΑΚΤΙΚΗΣ ΣΤΟ ΘΕΜΑΤΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΩΝ ΕΠΙΜΑΧΩΝ
ΠΑΡΑΜΕΤΡΩΝ ΤΟΥ
H πρακτική διάσταση του εξεταζόμενου θεσμού παρουσιάζει σημαντικό ενδιαφέρον, γιατί αναδεικνύει με ενάργεια πώς οι πολιτικές δυνάμεις αντιλαμβάνονται την άμυνα κατά των αντισυνταγματικών νόμων, ιδίως όταν η νομοθετική πρωτοβουλία προέρχεται, κατά κόρον, από μια πανίσχυρη Κυβέρνηση και η Βουλή αδυνατεί να καταδείξει ότι αποτελεί το forum του κεντρικού πολιτικού διαλόγου και τον συμβολισμό του κοινωνικού χώρου όπου συγκρούονται ποικίλα συμφέροντα και ανάγκες.
Οι σημαντικότερες από τις επίδικες παραμέτρους του θεσμού εστιάζονται στο ακόλουθο θεματικό πλαίσιο.
1. Των υποκειμένων του
Tην ενεργοποίηση του θεσμού ανέλαβε, προεχόντως, η αξιωματική αντιπολίτευση, παρά την ισχύ της διαδικαστικής ισότητας των υποκειμένων του θεσμού. Ενώ, η συμμετοχή των κομμάτων της μείζονος αντιπολίτευσης υπήρξε μάλλον πενιχρή και η διατύπωση των απόψεών τους εν πολλοίς επιγραμματικήˑ αντίθετα, κατά τη λήξη των εργασιών της Βουλής εμφανιζόταν ενεργότερη, ιδίως όταν τα δημοσκοπικά ευρήματα κατέγραφαν αυξημένα ποσοστά αποδοχής τους από το εκλογικό σώμα, που θα μπορούσαν να τα καταστήσουν ακόμη και εναλλακτική λύση στα κυβερνητικά αδιέξοδα. Τούτο ενίσχυε την εκδοχή, ότι τα κίνητρα των πρωτοβουλιών τους ήταν μάλλον κομματικά, προσχηματικά και συγκυριακά και δεν επιδίωκαν τον έλεγχο εναρμόνισης του περιεχομένου των νομοσχεδίων προς το Σύνταγμα, που, κατά την ανωτέρω επίμαχη περίοδο, βρίθουν αντισυνταγματικότητας και η ευαλωτότητά τους στην κοινοβουλευτική κριτική καθίσταται προφανής.
Οι δυνατότητες αυτοδύναμης συμμετοχής των βουλευτών και η ανάδειξή τους ως εγγυητών της αξιοπιστίας των κοινοβουλευτικών θεσμών ήταν ελάχιστες δεδομένου ότι εκπροσωπούνταν, συνήθως, από τους αναπληρωτές προέδρους των κοινοβουλευτικών ομάδων. Την εν λόγω εξέλιξη επέτεινε η δυνατότητα αντικατάστασής τους στο Τμήμα Διακοπής των Εργασιών της Βουλής από τον Πρόεδρο του Νομοθετικού Σώματος μετά από πρόταση των Προέδρων των κοινοβουλευτικών ομάδων στις οποίες ανήκαν, ιδίως όταν ήταν σαφής η πρόθεσή τους να αμφισβητήσουν τη συνταγματική νομιμότητα επίμαχων νομοσχεδίων και δεδηλωμένη η άρνησή τους να αντικατασταθούν, με συνέπεια, ο κανόνας του άρθ. 60 παρ. 1 Σ. να καταστεί οριακός και επικουρικός στις περιπτώσεις διαφωνίας των βουλευτών με τις θέσεις του κόμματός τους. Απτό παράδειγμα των ανωτέρω εκτιμήσεων υπήρξε η καταγγελία στην οποία προέβησαν βουλευτές της αντιπολίτευσης κατά τη συζήτηση της ένστασης αντισυνταγματικότητας του νομοσχεδίου «Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος αμφισβήτησαν τη νομιμότητα της επιβληθείσας νέας σύνθεσης του Τμήματος.
Επίσης, ο Πρόεδρος και οι Αντιπρόεδροι της Βουλής που ανήκαν στην κυβερνώσα πλειοψηφία μετήλθαν πρακτικές, ιδίως σε επίμαχα σημεία της διαδικασίας και σε οριακές κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες, ασύμβατες με τις αρμοδιότητες ελέγχου επί ζητημάτων τυπικής αντισυνταγματικότητας (άρθ. 74 παρ. 1, 2, 4, 5, 75 παρ. 1, 3 Σ. και 11 παρ. 3, 93 παρ. 1 ΚτΒ), καθώς και προς το κύρος και την αξιοπιστία της θεσμικής τους ιδιότητας. Ενδεικτικά, παρεκκλίσεις του ΚτΒ παρατηρήθηκαν κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου «Σύσταση Οργανισμού Πιστοποίησης Λογαριασμών Πληρωμών και Ελέγχου Κοινοτικών Ενισχύσεων (…)», όταν ο προεδρεύων της Βουλής προέβη, σωρευτικά, στον αποκλεισμό των δικαιούμενων συμμετοχής, υπέβαλε το νομοσχέδιο σε ψηφοφορία και όταν διεπίστωσε ότι η εν λόγω τακτική ήταν σε βάρος του κόμματός του αποφάσισε, αυτοαναιρούμενος να λύσει τη συνεδρίαση για την επομένη, ευελπιστώντας στην προσέλευση των βουλευτών του κόμματός του, οι οποίοι απουσίαζαν όταν τέθηκε το ζήτημα της ψηφοφορίας. Επίσης, ο προεδρεύων της Βουλής, κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου «Ρυθμίσεις θεμάτων για το προσωπικό του Δημoσίου και των Νομικών Προσώπων του ευρύτερου δημόσιου τομέα και για τους ΟΤΑ», απέρριψε αίτημα καταμέτρησης των ψήφων επικαλούμενος την πανοραμική θέαση των ψηφισάντων.
Προς επίρρωση των ανωτέρω πρακτικών συνέτρεξαν «εθελοτυφλούντες» βουλευτές της πλειοψηφίας, που συναίνεσαν σιωπηρώς στην ψήφιση νομοσχεδίων προδήλως αντισυνταγματικών, αλλά και μέλη της Κυβέρνησης καθώς και Υφυπουργοί, οι οποίοι παρότι ήταν γνώστες της αντισυνταγματικότητας των νομοσχεδίων τα προωθούσαν στη Βουλή προς συζήτηση και ψήφιση. Προς τούτο, επικαλέστηκαν την «επιδίωξη αποτροπής πεδίων έντασης μεταξύ του κομματικού και αντιπροσωπευτικού στοιχείου», που είναι κυρίαρχα στο κοινοβουλευτικό γίγνεσθαι.
Επισπεύδοντες στην εξεταζόμενη διαδικασία υπήρξαν σπάνια Υπουργοί ή Υφυπουργοί, εκτός από ελάχιστες περιπτώσεις που υπάγονταν σε νευραλγικά Υπουργεία ή αφορούσαν στρατηγικές προτεραιότητες της Κυβέρνησης. Ενδεικτική αυτών ήταν η ένσταση αντισυνταγματικότητας του Υφυπουργού Εθνικής Άμυνας στην πρόταση νόμου «Περί αποκαταστάσεως της τάξεως και του δικαίου εις τας ενόπλους δυνάμεις». Eξόχως παράδοξη υπήρξε και η στάση του καθ’ ύλην αρμόδιου Υπουργού Εσωτερικών, ο οποίος υποκαθιστώντας την αντιπολίτευση «καθ’ υποφοράν» έθεσε ζήτημα αντισυνταγματικότητας στο νομοσχέδιο «Επαναφορά σε ισχύ των διατάξεων του π.δ. 152/1985 (…), τροποποίηση και συμπλήρωση διατάξεων του π.δ. 165/1989 (…) της νομοθεσίας περί εκλογής βουλευτών»,xωρίς να τεκμηριώσει κατ’ ουσίαν την αντισυνταγματικότητά του. Και τούτο, παρότι καταθέτοντας το σχετικό νομοσχέδιο στη Βουλή προς συζήτηση και ψήφιση επιβεβαίωνε τη συνταγματικότητά του.
Η παρουσία του Πρωθυπουργού στη διαδικασία του άρθ. 100 ΚτΒ καταγράφηκε σε οριακές περιπτώσεις, όταν επιδίωκε την ευρύτερη νομιμοποίηση του νομοθετικού έργου της Κυβέρνησης ή την ανάδειξη της πολιτικής ευθύνης των κομμάτων από την «αλόγιστη» και «επιζήμια» για το δημόσιο συμφέρον ενεργοποίηση του εξεταζόμενου θεσμού.
2. Των διαδικαστικών του παραμέτρων
Η συντριπτική πλειοψηφία των αντιρρήσεων συνταγματικότητας αναφερόταν στα νομοσχέδια που υπέβαλε η Κυβέρνηση (άρθ. 73 παρ. 1 Σ.) στο πλαίσιο του καθορισμού και της κατεύθυνσης της γενικής πολιτικής της χώρας (άρθ. 82 παρ. 1 Σ.). Η ενεργοποίηση της διαδικασίας και σε προτάσεις νόμων που κατέθεσε η αντιπολίτευση περιορίστηκε σε ελάχιστες περιπτώσεις, λόγω της αναμενόμενης απόρριψής τους από την κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Ενώ, η εφαρμογή του θεσμού σε τροπολογίες νομοσχεδίων υποστηρίχθηκε, συχνά, και από βουλευτές της αντιπολίτευσης, ιδίως στις περιπτώσεις της ενδοκομματικής αντιπολίτευσης μονοκομματικών Κυβερνήσεων ή διακύβευσης της συνοχής Κυβερνήσεων συνεργασίας.
O εξεταζόμενος θεσμός εφαρμόστηκε προεχόντως στην Ολομέλεια, μετά την -από το 2001 αναθεώρηση του Συντάγματος και την ομόχρονη τροποποίηση του ΚτΒ- ανάδειξή της στον πληρέστερο στην οργάνωση και αρτιότερο στη λειτουργία του εκφραστή της λαϊκής βούλησης. Η ενεργοποίησή του και στο Τμήμα Διακοπής των Εργασιών της Βουλής κατέδειξε μεν την πολιτική ισοτιμία κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας και αντιπολίτευσης, παράλληλα όμως ανέδειξε διαδικαστικά διλήμματα και κοινοβουλευτικές αντιμαχίες, που διακύβευαν την κατηγορηματικότητα του θεσμού και δημιουργούσαν ανασφάλεια δικαίου. Η επισήμανση των αντιρρήσεων συνταγματικότητας και στις Διαρκείς Κοινοβουλευτικές Επιτροπές συνιστούσε αρνητικό πρόκριμα των υπό επεξεργασία νομοσχεδίων, αλλά και έναυσμα ενεργοποίησης της σχετικής διαδικασίας στους λοιπούς κοινοβουλευτικούς σχηματισμούς. Εν προκειμένω, αξιομνημόνευτη εκτιμάται η αμφίσημη στάση ικανού αριθμού βουλευτών της κυβερνώσας πλειοψηφίας, οι οποίοι, στις Διαρκείς Επιτροπές υποστήριξαν ενστάσεις αντισυνταγματικότητας, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση συναινετικού κλίματος, ενώ στην Ολομέλεια και στο Τμήμα Διακοπής των Εργασιών της Βουλής, ανακαλώντας τις αρχικές τους θέσεις, ευθυγραμμίστηκαν πλήρως με τις κυβερνητικές απόψεις, προφανώς λόγω επιβολής της κομματικής πειθαρχίας.
Στη λογική της αντισυνταγματικότητας των νομοσχεδίων εντάχθηκε και η αναγόμενη στην έκδοση κανονιστικών διαταγμάτων με ειδική εξουσιοδότηση νόμου και μέσα στα όρια της, ύστερα από πρόταση του αρμόδιου Υπουργού (άρθ. 43 παρ. 2 εδάφ. β΄Σ.). Όμως, κατά την πρακτική του εξεταζόμενου θεσμού παρατηρήθηκε η παροχή της «εν λευκώ εξουσιοδότησης», που συνιστά «εν λευκώ αβεβαιότητα δικαίου», παρότι η επανειλημμένη και εν πολλοίς γενικευμένη χρήση της μπορούσε να ανατρέψει τη θεσμική ισορροπία μεταξύ νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας, δεδομένου ότι διακρίνεται για την αοριστία και γενικότητά της. Τούτο, παρατηρήθηκε στο νομοσχέδιο «Τροποποίηση διατάξεων του ν. 1481/1984», που παρείχε στον αρμόδιο Υπουργό τη σχετική δυνατότητα επί ζητημάτων «παντός του επιστητού».
Η επίταση των παθογενειών του θεσμού επικεντρώθηκε και στην κατάχρηση του κοινοβουλευτικού χρόνου κατά τρόπο ασυμβίβαστο με την ανάγκη ουσιαστικής πληρότητας και χρονικής πυκνότητας των σχετικών επιχειρημάτων. Ενδεικτικά, ο λαϊκισμός, η ανούσια συζήτηση ευεξήγητων και ευχερώς διευθετούμενων διαδικαστικών ζητημάτων, οι μακρηγορίες και παλινωδίες σε εξαντληθέντα θέματα δίχως την απαιτούμενη σαφήνεια και ουσία συνιστούσαν πρακτικές αντιφάσκουσες στην αξιοποίηση του θεσμού μέσω του ουσιαστικού αντιλόγου και της κριτικής αξιολόγησης, οι οποίες ποδηγετούσαν την επιδίωξη των βουλευτών να αναδείξουν την αντισυνταγματικότητα νομοσχεδίων ή διατάξεών τους (λ.χ. στο σχέδιο νόμου «Παρακράτηση φόρου (…)»). Τούτο επέτεινε ο χαρακτηρισμός των νομοσχεδίων και ως κατεπειγόντων, που κατά την εύστοχη παρατήρηση βουλευτή θα μπορούσε να συμβάλει, στη «λειτουργική αφυδάτωση» της Βουλής.
Στο καταληκτικό στάδια της διαδικασίας του άρθ. 100 ΚτΒ προβλέπεται η υποχρεωτική ψηφοφορία με ανάταση ή έγερση των βουλευτών, προκειμένου να διασφαλιστεί η αληθής καταμέτρηση των ψήφων. Η σημασία της καθίσταται πρόδηλη, ιδίως, στις περιπτώσεις οριακών πλειοψηφιών, όταν η Κυβέρνηση στηρίζεται στην εμπιστοσύνη ή την ανοχή ενός ή περισσότερων κομμάτων. Τούτο κατέστη πρόδηλο στην πρακτική, όταν αμφισβητήθηκε από Προέδρους της Βουλής το δικαίωμα των βουλευτών να ζητήσουν τη διεξαγωγή ονομαστικής ψηφοφορίας σε περίπτωση αμφιβολιών για την ορθότητα του αποτελέσματος. Συγκεκριμένα υποστήριξαν ότι η αναφορά του όρου «αποκλειστικά» στο άρθ. 100 παρ. 2 ΚτΒ αναφερόταν σε σχετικό δικαίωμά τους και όχι –σύμφωνα με την ορθή ερμηνεία της εν λόγω διάταξης- στον τρόπο διεξαγωγής της ψηφοφορίας με ανάταση ή έγερση. Συναφώς, ο ενιαίος χαρακτήρας της ψηφοφορίας περιελάμβανε το σύνολο των ενστάσεων αντισυνταγματικότητας που υποβλήθηκαν σε διατάξεις επίμαχων νομοσχεδίων και έγιναν αποδεκτές, προκειμένου να αποτραπούν πολλαπλές ψηφοφορίες, οι οποίες θα δημιουργούσαν προβλήματα στον χρόνο ολοκλήρωσης της σχετικής διαδικασίαςˑ ιδίως, όταν τα κίνητρα των σχετικών ενστάσεων ήταν επικοινωνιακού χαρακτήρα, ασύμβατα με την επιδίωξη διασφάλισης της συνταγματικής νομιμότητας.
Επίσης, παρατηρήθηκε το φαινόμενο, νευραλγικές παράμετροι του θεσμού να συζητούνται επί της ουσίας μετά την απόρριψη των ενστάσεων, όταν πλέον είχε αποτραπεί ο κίνδυνος αμφισβήτησης της συνταγματικής νομιμότητας, ιδίως σημαντικών νομοσχεδίων.
3. Των ουσιαστικών του παραμέτρων
Κατά τον έλεγχο της ουσιαστικής αντισυνταγματικότητας εξετάστηκε η εναρμόνιση νομοσχεδίων και προτάσεων νόμων προς όλα σχεδόν τα θεμελιώδη δικαιώματα και τις συνεχόμενες προς αυτά συνταγματικές αρχές. H εν λόγω διαδικασία κατέδειξε τη νοηματική ευρύτητα των συνταγματικών κανόνων και την προσαρμογή τους η μη στην αέναη κοινωνική και πολιτική εξέλιξη. Eνδελεχείς νομικές τεκμηριώσεις αναπτύχθηκαν κυρίως από βουλευτές ή μέλη του Υπουργικού Συμβουλίου που διέθεταν την παράλληλη ιδιότητα του/της ακαδημαϊκού ή του/της έγκριτου/της νομικού. Η συνύπαρξη των εν λόγω ιδιοτήτων στο ίδιο πρόσωπο καθιστούσε τις σχετικές εκτιμήσεις στο πεδίο του ρυθμιστικού δέοντος των νομοσχεδίων σεβαστές ακόμη και από ιδεολογικά ή πολιτικά αντιφρονούντες βουλευτές.
Όμως, η συζήτηση της πλειοψηφίας των σχετικών ενστάσεων επεκτάθηκε –καθ’ υπέρβαση του άρθ. 100 ΚτΒ- και στη σκοπιμότητα της συζήτησης και ψήφισής τους, στην ουσιαστική εξέταση του περιεχομένου των διατάξεών τους (παρότι εντάσσεται στο δεύτερο στάδιο της νομοπαραγωγικής διαδικασίας), στην ιχνηλάτηση του βαθμού ετοιμότητας και αντοχής των Κυβερνήσεων κατά την άσκηση κριτικής επί του νομοθετικού τους έργου και στην αντίστοιχη δυναμική της αντιπολίτευσης να συμβάλλει στην αποδόμηση βασικών αξόνων της κυβερνητικής πολιτικής, που δύνανται να παράξουν μετρήσιμο έργο. Τούτο καταδείχθηκε στις περιπτώσεις δημοσιοποίησης εναλλακτικών προτάσεων διακυβέρνησης από την αντιπολίτευση μετά από «επιβεβλημένη» κατάθεση αντιρρήσεων συνταγματικότητας λόγω κοινωνικών αντιδράσεων. Η σημασία της εν λόγω εξέλιξης αναδείκνυε τα όρια των δυνατοτήτων της να ενεργεί ως πολιτική οντότητα με αξιώσεις διακυβέρνησης της χώρας.
Όταν οι σχετικές ενστάσεις διακρίνονταν για την έλλειψη νομικών ερεισμάτων τους, τούτο υποδήλωνε έλλειψη συνειδητοποίησης της νομικοπολιτικής τους σημασίας και των απότοκων αυτής συνεπειών ή αδυναμία αμφισβήτησης του τεκμηρίου συνταγματικότητας των νομοσχεδίων και των προτάσεων νόμων που κατατέθηκαν στη Βουλή προς συζήτηση και ψήφιση. Στις εν λόγω περιπτώσεις αναδείχθηκαν τα φαινόμενα της ενισχυτικής επίκλησης των ειδικών και εμπεριστατωμένων αιτιολογιών των δικαστηρίων που διαμορφώθηκαν στις περιπτώσεις ενασχόλησής τους με ζητήματα κατασταλτικού ελέγχου της συνταγματικότητας τυπικών νόμων συναφούς περιεχομένου ή των εκθέσεων της Επιστημονικής Υπηρεσίας της Βουλής.
4. Της εκλογίκευσης, κατανόησης και συνακόλουθα διευκόλυνσης της ερμηνείας του κανονιστικού περιεχομένου των νομοσχεδίων
Στην υποβοήθηση του έργου των ερμηνευτών και εφαρμοστών του δικαίου συνέβαλαν οι ενστάσεις αντισυνταγματικότητας που θεμελιώνονταν στις διατάξεις των άρθ. 74 παρ. 4, 5 εδάφ. β΄ Σ., δεδομένου ότι αποσκοπούσαν στην ανάδειξη και ανάσχεση των «λαθραίων» αποφάσεων του νομοθέτηˑ ιδίως, όταν το μείζον τμήμα του νομοσχεδίου, καλυπτόμενο από την αοριστία της διατύπωσης «και άλλες διατάξεις», ήταν ασύμβατο με τον τίτλο του.
Η ανωτέρω αναντιστοιχία εστιάζεται μεταξύ πολλών και στο πολυνομοσχέδιο «Ρυθμίσεις θεμάτων εθνικών κληροδοτημάτων (…)», διότι περιείχε πληθώρα αυτοτελών και άσχετων μεταξύ τους διατάξεων αναγόμενων, πέραν της δημόσιας περιουσίας, στην άμεση και έμμεση φορολογία, στο Μετοχικό Ταμείο Πολιτικών Υπαλλήλων, στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, στην Κτηματική Εταιρεία του Δημοσίου, στο Ταμείο Αρωγής των Οικονομικών Υπαλλήλων, στις αποζημιώσεις για τις εκλογικές δαπάνες κ.ά. Στην παρατήρηση της αντιπολίτευσης ότι, το εν λόγω νομοσχέδιο θα μπορούσε να κατατμηθεί σε περισσότερα του ενός, προκειμένου να διασφαλιστούν η εκ του τίτλου ενάργεια του περιεχομένου τους, η αρχή της καλής νομοθέτησης, καθώς και η ασφάλεια δικαίου και να καταστεί προβλεπτή και λυσιτελής η εφαρμογή τους, ο αρμόδιος Υπουργός αντέτεινε, ότι η εν λόγω πρακτική είναι το «συνήθως συμβαίνον».
Η αναλυθείσα πρακτική -που εντάσσεται στο πλαίσιο μιας προφανούς πολιτικής αναξιοπιστίας η οποία επιδιώκει την ταχεία διευθέτηση επίμαχων εκκρεμών υποθέσεων, ιδίως, μετά την επίταση κοινωνικών και πολιτικών πιέσεων, εξελίχθηκε συχνά σε «εστία» παθογενειών, όπου εκκολάπτονταν αθετήσεις πολιτικών δεσμεύσεων, μέσω παρερμηνειών των νόμων θεμελιωμένων στη λατινική νομική αρχή«interpretatio cessat in claris» («Η ερμηνεία παύει όταν το κείμενο είναι σαφές»).
5. Της αμφισβήτησης
Α. Της τυπολογικής διάκρισης των ενδιάμεσων ενστάσεων αντισυνταγματικότητας
Η χρηστικότητα των ενδιάμεσων ενστάσεων –των οποίων η θεσμική διάσταση αμφισβητήθηκε- εδράζεται στον περιορισμένο χρόνο των αγορεύσεων, τον κλειστό αριθμό των δικαιούμενων συμμετοχής στη διαδικασία του άρθ. 100 ΚτΒ και στη δυνατότητα κατάθεσης τροπολογιών κατά τη συζήτηση επί των άρθρων των νομοσχεδίων που αμφισβητήθηκε η συνταγματική τους νομιμότητα.
Είναι αξιοσημείωτο ότι, οι ανωτέρω ενστάσεις, σε αντίθεση με τις εξεταζόμενες, δεν λειτούργησαν ανασχετικά στην εξελικτική πορεία των συζητούμενων θεμάτων, όμως τα πρακτικά των συζητήσεών τους υπήρξαν χρήσιμα για την ιστορική ερμηνεία των νόμων στο ζήτημα της αντισυνταγματικότητάς τους.
Β. Της κανονιστικής υπόστασής του στη δομική διάσταση
Η κορύφωση των αμφισβητήσεων του εξεταζόμενου θεσμού καταγράφηκε στο
πλαίσιο της συζήτησης του νομοσχεδίου «Επαναφορά σε ισχύ του π.δ. 152 (1985) (…)», όταν βουλευτής της κυβερνώσας παράταξης ζήτησε, επιμόνως, την ανατροπή του status που προβλέπεται στο άρθ. 100 ΚτΒ, επικαλούμενος την έλλειψη διάταξης που να τον ρυθμίζει σε επίπεδο συνταγματικής περιωπής, τη συνήθη επιβολή των απόψεων της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας ασχέτως της δυναμικής που εμφανίζει ο ελεγκτικός ρόλος της Βουλής και η πληρότητα των νομικών αιτιάσεων που επικαλούνται οι ενιστάμενοι, εν τέλει την ασφάλεια που παρέχει ο ελεγκτικός ρόλος της δικαστικής λειτουργίας.
6. Της επίκλησης κατά τρόπο αντιβαίνοντα τον σκοπό της ρύθμισής του
Η εν λόγω απόκλιση από τη δεοντολογία του άρθ. 100 ΚτΒ εμφανίστηκε ως άρνηση βουλευτή να δεχθεί την εγκυρότητα των επιστολικών ψήφων συναδέλφων του, ισχυριζόμενος ότι μέσω της εν λόγω διαδικασίας δεν του παρασχέθηκε η δυνατότητα να ακούσουν τις απόψεις του σχετικά με τις κατηγορίες οι οποίες του αποδόθηκαν στην υπόθεση της «Μονής Βατοπεδίου».
Η ενεργοποίηση της ένστασης υπήρξε, αυτονόητα, περιττή, διότι θα αρκούσε η επίκληση του θεμελιώδους δικαιώματος της δικαστικής προστασίας (άρθ. 20 Σ.).
Την αποδόμηση των απόψεών του ανέλαβε ο Πρόεδρος της Βουλής, που υποστήριξε, ορθώς, ότι η ένσταση αντισυνταγματικότητας δεν αποσκοπεί στην ικανοποίηση προσωπικών συμφερόντων των βουλευτών, αλλά στον σεβασμό της συνταγματικής νομιμότητας.
Συνεχίζεται στην έκδοση του Σαββάτου 4 Απριλίου με το Μέρος Β’
Ακολουθήστε το xronos.gr στο Google News