Κριτική επισκόπηση της πρακτικής αντιρρήσεων Συνταγματικότητας Νομοσχεδίων και Προτάσεων Νόμων – Μέρος Β’ | xronos.gr

Κριτική επισκόπηση της πρακτικής αντιρρήσεων Συνταγματικότητας Νομοσχεδίων και Προτάσεων Νόμων – Μέρος Β’

04/04/26 - 8:00
Κριτική επισκόπηση της πρακτικής αντιρρήσεων Συνταγματικότητας Νομοσχεδίων και Προτάσεων Νόμων – Μέρος Β’

Μοιραστείτε το

Γράφει ο Σίμος Μηναΐδης, ομότιμος καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου Νομικής Σχολής Δ.Π.Θ.

Το Σύνταγμα και ο ΚτΒ ρυθμίζουν την άσκηση των αρμοδιοτήτων των κρατικών οργάνων μέσω της διασφάλισης κατάλληλων θεσμικών ισορροπιών,   στην πραγμάτωση των οποίων καταλυτικό ρόλο διαδραματίζουν τα  θεσμικά αντίβαρα στο πλαίσιο της πολιτικής του check and balance

ΙΙΙ. ΟΙ ΣΥΝΕΠΑΓΩΓΕΣ ΤΩΝ ΠΑΘΟΓΕΝΕΙΩΝ ΤΟΥ

Η διαχρονική εξέταση του θεσμού των αντιρρήσεων συνταγματικότητας, πέραν της συμβολής του στην κατάδειξη της τήρησης ή μη της συνταγματικής νομιμότητας των ψηφισθέντων νομοσχεδίων και προτάσεων νόμων, αποτελεί και μια πολύτιμη πηγή της συνταγματικής και πολιτικής μας ιστορίας, αναφορικά με τα τεκταινόμενα στο πρώτο και καθοριστικό στάδιο για την εξέλιξη της νομοθετικής λειτουργίας. Η ratio της σχετικής διάταξης του κοινοβουλευτικού δικαίου (άρθ. 100 ΚτΒ) καθίσταται κατανοητή με προσφυγή στα περιστατικά που ανέδειξαν τη σημασία της θεσμοθέτησης και της περιπετειώδους πορείας της, με εξέταση των πολυποίκιλων εμποδίων –ιδίως, σε περιόδους κρίσεων (πολιτικών, κοινωνικών, οικονομικών)- που απέκλειαν κάθε σοβαρή προσέγγισή της και επέφεραν σύγχυση μεταξύ της τυπικής ισχύος και της πραγματικής εφαρμογής της, καθώς και μέσω της επιδραστικότητάς της στο νομοθετικό γίγνεσθαι.   

Στο πλαίσιο αυτό, η αντιπολίτευση, ιδίως η αξιωματική, παρά τη  νευραλγική της σημασία στις κοινοβουλευτικές διαδικασίες και τη θεσμική συμπεριφορά των φορέων της, δεν επέδειξε τη δέουσα και αναμενόμενη προσοχή στην επιλογή των κατάλληλων νομοσχεδίων για τη θεμελίωση των αντιρρήσεων συνταγματικότητας καθώς και του κατάλληλου χρόνου υποβολής τους. Με συνέπεια, η εν λόγω διαδικασία να καταστεί απόρροια ενός ευνοϊκού συνδυασμού κοινωνικοπολιτικών συγκυριών με σκοπό την ικανοποίηση κομματικών σκοπιμοτήτων και όχι μια σημαντική κοινοβουλευτική διαδικασία, που αποβλέπει στην ιχνηλασία της ασυμβατότητας, ιδίως, των νομοσχεδίων προς τη συνταγματική νομιμότητα.

Επίσης, η αξιωματική αντιπολίτευση εφάρμοζε, συχνά, την εξεταζόμενη διάταξη στο πλαίσιο μιας  «καθ’ έξη»  τακτικής ή «προνομιακής» αρμοδιότητας να ερμηνεύει –και μάλιστα κατά τρόπο  «αυθεντικό»-  την εναρμόνιση ή μη της ρυθμιστικής βούλησης του κοινού νομοθέτη προς τις αντίστοιχες διατάξεις του Συντάγματος. Ενώ, επικαλέστηκε αποσπασματικά και ιδιοτελώς τις εκθέσεις του Επιστημονικού Συμβουλίου της Βουλής και  θεμελίωσε ερμηνείες προσιδιάζουσες στο κομματικό της συμφέρον που συνεχόταν, προεχόντως, με την ανέλιξή της στην πολιτική εξουσία και όχι την έλλειψη της συνταγματικής νομιμότητας των νομοσχεδίων.

Η κυβερνώσα πλειοψηφία, εξάλλου, προσπάθησε κατ’ επανάληψη να αποφύγει, επιμελώς, μέσω των προσκείμενων σ’ αυτήν Προέδρου της Βουλής, και μελών του διακομματικού Προεδρείου (πρώτος, δεύτερος και τρίτος Αντιπρόεδρος της Βουλής), αλλά και των αντιλεγόντων βουλευτών της πλειοψηφίας ή των μελών του Υπουργικού Συμβουλίου και των Υφυπουργών, το τίμημα της κατάδειξης των αντισυνταγματικών επιλογών της και των απότοκών της ευθυνών. Επίσης, αντιλέγουσα στις αιτιάσεις της αντιπολίτευσης θεμελίωνε ερμηνείες συνταγματικότητας των νομοσχεδίων της, επικαλούμενη την επιστημονική πληρότητα των μελών νομοπαρασκευαστικών Επιτροπών, τις εκθέσεις του Επιστημονικού Συμβουλίου της Βουλής ή συναφείς δικαστικές αποφάσεις.

Μέσω της ακολουθίας των ανωτέρω πρακτικών, η κανονιστική δυναμική του θεσμού   κατέληξε να αποτιμάται εν πολλοίς από υποτονική και κομματικά ιδιοτελής έως νομικά αθεμελίωτη. Και τούτο, παρότι η σημασία και η αντοχή του  καταδείχθηκε στην πρακτική, ακόμη και σε περιόδους διάχυτης ρευστότητας, και δομικών κρίσεων που υπέσκαπταν την αξιοπιστία της πολιτικής.

1. Οι άμεσες

Tα νομοσχέδια και οι προτάσεις νόμων που κατατίθενται στη Βουλής προς συζήτηση και ψήφιση διεκδικούν, εκ προοιμίου, την ιδιότητα των συνταγματικών νομοθετημάτων (= τεκμήριο συνταγματικότητας), δεδομένου ότι έχουν ελεγχθεί, επιμελώς, στα εξελικτικά στάδια της νομοθετικής προδικασίας από τους αρμόδιους προς τούτο φορείς.

Όμως, η κοινοβουλευτική αντιπολίτευση, λόγω της λειτουργικής της αποστολής δύναται και οφείλει να αμφισβητήσει το τεκμήριο συνταγματικότητας καθιστώντας το μαχητόˑ συγκεκριμένα, εκθέτοντας τις αντίθετες απόψεις της ενώπιον της δημόσιας κριτικής διαβούλευσης και επηρεάζοντας έμμεσα τη νομοθετική πολιτική της Κυβέρνησης. Επίσης, της παρέχεται η δυνατότητα να ασκεί ουσιαστική επιρροή επί του παραγόμενου νομοθετικού αποτελέσματος και παράλληλα να εγγυάται την ανάσχεση των τυχόν νομοθετικών «αυθαιρεσιών» της στο πρώτο στάδιο της νομοθετικής διαδικασίας. Προς τούτο, θα πρέπει οι αιτιάσεις της να μη θεμελιώνονται σε ψευδοερμηνευτκές παραμορφώσεις που μετατρέπουν τις διατάξεις του Συντάγματος σε έναν «μόνιμο συνήγορο» των κομματικών επιχειρημάτων ή σε καταχρηστικές συμπεριφορές που επιτείνουν το πνεύμα δυσπιστίας μεταξύ των παραγόντων της νομοθετικής διαδικασίας και να μην πολιτεύεται, απλώς, παρακωλύοντας  ή υπονομεύοντας το νομοθετικό έργο της Κυβέρνησηςˑ εν τέλει ακόμη και να συνθέτει, όταν τούτο επιβάλλουν οι περιστάσεις.

Αντίθετα, η Κυβέρνηση προσπαθεί, συνήθως, να αποφύγει την ουσιαστική εφαρμογή του εξεταζόμενου θεσμού, δεδομένου ότι μέσω της νομοθετικής διαδικασίας υπεισέρχονται, έντεχνα, τα στοιχεία της πολιτικής σκοπιμότητας και υποκρισίας, τα οποία δεν εναρμονίζονται με τον έλεγχο της συνταγματικής νομιμότητας. Συνεπώς, επιδιώκει, παντοιοτρόπως, να αποδείξει ότι ο προκοινοβουλευτικός έλεγχος υπήρξε αρκούντως, ουσιαστικός και επαρκής άρα, οφείλεται ο προσήκων σεβασμός στις διατάξεις του εκάστοτε υπό συζήτηση νομοσχεδίου.

Έτσι, και δεδομένου ότι καμία αμοιβαία πίστη μεταξύ των ανωτέρω φορέων της πολιτικής εξουσίας δεν μπορεί να θεωρείται διαρκής και επαρκής, κάτι το οποίο αποδείχθηκε διαχρονικά, οι σχέσεις κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας και αντιπολιτευόμενης μειοψηφίας κατέτειναν, κατά την πρακτική της εξεταζόμενης διάταξης, στην εδραίωση ενός  αδιάλειπτα διπολικού κομματικού συστήματος, το οποίο δεν αναγνώριζε στην Κυβέρνηση εξαντλητική υποχρέωση λογοδοσίας σχετικά με τη συνταγματικότητα  των  νομοθετικών της επιλογών και στις μειοψηφούσες κοινοβουλευτικές ομάδες ισότιμο ρόλο, τουλάχιστον ως προς τον προβλεπόμενο χρόνο, για τη θεμελίωση των αντιρρήσεων συνταγματικότητας των νομοσχεδίων.

Είναι, εξάλλου, αξιοσημείωτο ότι η συνήθης τακτική των κομμάτων να  καταψηφίζουν, συστηματικά, τα νομοσχέδια συνέβαλε στον περιορισμό της προσφυγής τους στη διαδικασία των αντιρρήσεων συνταγματικότητας.

Ενώ, η έλλειψη της αναγκαίας και επαρκούς συνεννόησης μεταξύ των κοινοβουλευτικών ομάδων της αντιπολίτευσης για την από κοινού κατάθεση σχετικών ενστάσεων –οφειλόμενη, συνήθως, σε ιδεολογικές διαφορές ή αδυναμία πολιτικής προγραμματικής σύγκλισης- κατέδειξε ότι, οι μεταξύ τους αντιπαλότητες αξιολογήθηκαν ως προέχουσες έναντι του ελέγχου συνταγματικότητας των νομοσχεδίων.

Εξίσου σημαντική προς τις ανωτέρω επιδιώξεις υπήρξε η αποφυγή των νομικών συνεπειών του ελέγχου της (αντι)συνταγματικότητας νομοσχεδίων και προτάσεων νόμων.

Συγκεκριμένα, εάν κατά τον έλεγχο της εσωτερικής τυπικής συνταγματικότητας του νόμου, οι υποβληθείσες αντιρρήσεις περί αντισυνταγματικότητας κρίνονταν απορριπτέες στο στάδιο της κατ’ αρχήν συζήτησής τους ως νομοσχεδίων δεν μπορούσε να τεθεί, εκ νέου, η σχετική αμφισβήτηση και στην κρίση των δικαστηρίων, δεδομένου ότι τόσο στη νομολογία όσο και στη θεωρία –και παρά τις πρόσφατες εξαιρέσεις που επιβεβαιώνουν τον κανόνα- έχει επικρατήσει η εκδοχή της αδυναμίας ελέγχου των interna corporis της Βουλής, θεμελιωμένη στον συνδυασμό των εννοιολογικών παραμέτρων των άρθ. 93 παρ. 4, 100 παρ. 1 περ. ε’ και 26 Σ.

Όμως, κατά τον έλεγχο της ουσιαστικής (αντι)συνταγματικότητας, οποιαδήποτε απόφαση εκ μέρους  της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας δεν δέσμευε το δικαίωμα αλλά και την υποχρέωση των δικαστηρίων να ελέγξουν, εκ νέου, τη συνταγματικότητα του νόμου (άρθ. 93  παρ. 4 Σ.).

Ενώ, στις περιπτώσεις αποδοχής της νομικής θεμελίωσης των αντιρρήσεων τούτο συνεπαγόταν την απόρριψη των νομοσχεδίων ή των προτάσεων νόμων ως αντισυνταγματικών και τη διακοπή της περαιτέρω συζήτησής τους στη Βουλή.

Η απόρριψη, όμως, των νομοσχεδίων δεν απέκλειε την επάνοδό τους ως νέων
(αναμορφωθέντων), μέσω της προσαρμογής του περιεχομένου τους στις παρατηρήσεις που διατυπώθηκαν κατά τη συζήτηση των ενστάσεων αντισυνταγματικότητάς τους.

Η εφαρμογή του εξεταζόμενου θεσμού θεμελιώθηκε,  συνήθως, σε περισσότερες από μία διατάξεις ή αρχές του τυπικού Συντάγματος, οι οποίες περιείχαν θεματικές παραμέτρους ουσιαστικού και παράλληλα διαδικαστικού χαρακτήρα, με συνέπεια, να περιορίζεται ο διατιθέμενος στους αντιλέγοντες χρόνος αγόρευσης και να μην αναδεικνύεται, επαρκώς,   η ουσία των απόψεών τους και η συνταγματική τους θεμελίωση.

2. Οι έμμεσες                                                                                        

Οι έμμεσες συνεπαγωγές των αντιρρήσεων συνταγματικότητας για την κυβερνώσα παράταξη  επικεντρώθηκαν στην εμφάνιση διασπαστικών τάσεων στις κυβερνήσεις συνασπισμού,  όταν η συνοχή της κυβερνώσας πλειοψηφίας ήταν επισφαλής λόγω αμφισβήτησης της ηγεσίας της. Προς τούτο, έγινε, συχνά, επίκληση στον επείγοντα χαρακτήρα των νομοσχεδίων ή στη θεματική πολυπλοκότητά τους, που καθιστούσαν απαραίτητη την άμεση και εκ του ασφαλούς διεκπεραίωσή τους. Ενώ, στις Κυβερνήσεις αρραγούς δόμησης, η υποβολή ενστάσεων αντισυνταγματικότητας συνετέλεσε στην επιβράδυνση της ψήφισης των σχετικών νομοσχεδίων,  και σε σπάνιες περιπτώσεις στην απόσυρση ή αναμόρφωση των διατάξεών τους, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος.

Με τις εν λόγω πρακτικές όχι μόνο δεν αναιρέθηκε η συλλογική χάραξη και εφαρμογή του κυβερνητικού προγράμματος, αντίθετα συνειδητοποιήθηκε η ανάγκη της συνοχής και αλληλεγγύης μεταξύ των βουλευτών της κυβερνώσας πλειοψηφίας για την ικανοποίηση των κοινών τους συμφερόντων.

Ενώ, η καταχρηστική επίκληση ζητημάτων αντισυνταγματικότητας κατέληξε, συχνά, σε βάρος της κοινοβουλευτικής  αντιπολίτευσης, διακυβεύοντας παράλληλα το κύρος και την αξιοπιστία του Κοινοβουλίου.

Οι ανωτέρω συνέπειες εδράζονταν στη σημασία του ελέγχου συνταγματικότητας των νομοσχεδίων και προτάσεων νόμων, που συνιστά ένα από τα κυριότερα «θεσμικά αντερείσματα» των αποκλίσεων από τη συνταγματική νομιμότητα, δεδομένου ότι αποσκοπεί στην ενίσχυση της λειτουργίας του δημοκρατικού πολιτεύματος, ιδίως της δικαιοκρατικής του συνιστώσας, του πλουραλισμού και της πολιτικής ισότητας.

Προς τούτο, όμως, δεν αρκούν τα δικαιώματα και οι εγγυήσεις των βουλευτών και των κοινοβουλευτικών ομάδων, ιδίως, της αντιπολίτευσης ως αντιλεγόντων στις αντιρρήσεις συνταγματικότητας, αλλά απαιτείται και ο σεβασμός τους στην πρακτική από την κοινοβουλευτική πλειοψηφία, έτσι ώστε να δημιουργείται η εικόνα δύο αντιτιθέμενων μεν,  αλλά ισοβαρών μεταξύ τους παραγόντων της νομοθετικής εξουσίας που σέβονται τη συνταγματική νομιμότητα.

ΙV. Η ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ

Παρά την πληθώρα των αμφισβητήσεων του εξεταζόμενου κοινοβουλευτικού θεσμού στην πρακτική, το γεγονός της μακρόχρονης βιωσιμότητας των χαρακτηριστικών του στοιχείων στους Κανονισμούς της Βουλής, σε συσχετισμό με την αδιάλειπτη άσκησή του, κατέδειξαν ότι, οι κανονιστικές του παράμετροι δεν παρουσιάζουν, αποκλειστικά, θεωρητικό ενδιαφέρον, αλλά αντικατοπτρίζουν τις ποικίλες τακτικές που μετήλθαν τα κοινοβουλευτικώς εκπροσωπούμενα κόμματα, με απώτερους σκοπούς την εκπλήρωση της συνταγματικής τους αποστολής και την πραγμάτωση του ελεύθερου ανταγωνισμού, ενταγμένου στην υπηρεσία του δημοκρατικού-πολυκομματικού πολιτεύματος.

Σε ορισμένες  μάλιστα περιπτώσεις αποδείχθηκε ότι οι αντιρρήσεις συνταγματικότητας μπορούσαν να εξελιχθούν ακόμη και σε θεσμό κομβικής σημασίας για την ανάδειξη διακομματικών συναινέσεων στην άσκηση της νομοθετικής πολιτικής, παρότι το ελληνικό πολιτικό σύστημα διακρίνεται εν πολλοίς για τον συγκρουσιακό του χαρακτήρα. Συγκεκριμένα, υπήρξαν περιπτώσεις που οι Κυβερνήσεις έλαβαν σοβαρά υπόψη τους  τα επιχειρήματα της αντιπολίτευσης και αφού αποδέχθηκαν την αντισυνταγματικότητα νομοσχεδίων τα απέσυραν   ή διόρθωσαν  τις επίμαχες διατάξεις τους, προκειμένου να αποτραπεί ενδεχόμενη ένσταση ουσιαστικής αντισυνταγματικότητας, από τα δικαστήριαˑ  ενώ, σε σπανιότερες περιπτώσεις, συναισθανόμενες τις δυσμενείς επιπτώσεις τους στην κοινωνία, κατέθεσαν νέα νομοσχέδια ή διατάξεις τους, ουσιαστικώς διαφοροποιημένες από τις αμφισβητηθείσες.

Οι εν λόγω εξελίξεις συσχετίσθηκαν με τον βαθμό υπευθυνότητας της εκάστοτε Κυβέρνησης να εφαρμόζει την πολιτική απόφαση του Εκλογικού Σώματος σχετικά με την ακολουθία  μιας συγκεκριμένης πολιτικής εντολής-πλαίσιο, καθώς και τον σεβασμό των πολιτικών της αντιπάλων με την αναγνώριση των λειτουργικών τους δικαιωμάτων να συμπράττουν ενεργά στο κοινοβουλευτικό γίγνεσθαι, να διαφυλάττουν την ισορροπία του πλουραλιστικού πολιτικού συστήματος, εν τέλει να αποτρέπουν την καταχρηστική άσκηση των νομοθετικών πρωτοβουλιών της κυβερνώσας πλειοψηφίας. Επίσης, συναρτήθηκε με τη συμβολή της Κυβέρνησης στην ουσιαστική λειτουργία των κοινοβουλευτικών θεσμών, ιδίως αυτών που συνιστούν εγγυήσεις τήρησης της συνταγματικής νομιμότητας, όπως των ενστάσεων αντισυνταγματικότητας, οι οποίες εντάσσονται στη χορεία των βασικών μοχλών της νομοθετικής λειτουργίας.

Ωστόσο, υπήρξαν και, εξ αντικειμένου, αδιαμφισβήτητες αρνητικές μεθοδεύσεις αναγόμενες στην ακολουθία πρακτικών ασύμβατων  με τη συνταγματική νομιμότητα, ελλοχεύοντας τον κίνδυνο να καταστεί η δυνατότητα κατάθεσης αντιρρήσεων συνταγματικότητας για την αντιπολίτευση κενή ουσιαστικού περιεχομένου.

Ειδικότερα, δεν ήταν σπάνιες οι περιπτώσεις που οι σχετικές ενστάσεις υποβλήθηκαν με σκοπό την εξυπηρέτηση (μικρο)κομματικών σκοπιμοτήτων,  λόγω της ευρείας δημοσιότητας που προσλαμβάνουν οι εργασίες της Βουλής από τα ΜΜΕ. Τούτο επιδιώχθηκε, ευσχήμως, με την απόσπαση της συναίνεσης των ψηφοφόρων εκ μέρους των ενιστάμενων, θεμελιωμένη στην κρατούσα εκδοχή ότι η διαδικασία ελέγχου της συνταγματικότητας των νομοσχεδίων συμβάλλει σημαντικά στην εύρυθμη και αποτελεσματική λειτουργία του κοινοβουλευτικού γίγνεσθαι, στον ουσιαστικό έλεγχο της κυβερνητικής πολιτικής, στον σεβασμό των δημοκρατικών θεσμών, στην αρχή του κράτους δικαίου και στην εξυπηρέτηση του κοινού συμφέροντος. Και όσο περισσότεροι αποδεικνύονταν οι «πειθόμενοι» στην αποτελεσματικότητα  του μέτρου ως θεσμικού αντίβαρου στις αντισυνταγματικές και αντιλαϊκές πρακτικές της Κυβέρνησης, τόσο συχνότερα εμφανιζόταν η προσφυγή τους στην εξεταζόμενη  διαδικασία.

Η δυναμική των ανωτέρω στοχεύσεων περιορίστηκε στο ελάχιστο, ιδίως στις περιπτώσεις της τυπικής αντισυνταγματικότητας, δεδομένου ότι υπήρξε ευχερώς διαγνώσιμη η χρήση της ως παραπειστικής διαδικασίας. Αντίθετα, η προσφυγή στον έλεγχο της ουσιαστικής συνταγματικότητας των νομοσχεδίων μπορούσε να τεκμηριωθεί ως  εγγύηση κατοχύρωσης των θεμελιωδών δικαιωμάτων και να συμβάλλει στη νομιμοποίηση των ενιστάμενων.

Ενδεικτικά, στα αρνητικά στοιχεία της κοινοβουλευτικής πρακτικής του θεσμού καταγράφεται η παραβίαση συνταγματικών διατάξεων, ιδίως το άρθ. 74 παρ. 5 Σ. που απαγορεύει την εισαγωγή διατάξεων σε νομοσχέδια άσχετων με το κύριο αντικείμενό τους. Η εν λόγω καταγγελία, ιδίως, από τα κόμματα εξουσίας γινόταν μόνον όταν ήταν στην αντιπολίτευση. Αντίθετα, η άνοδός τους στην κυβερνητική εξουσία τα καθιστούσε επιλήσμονες της προηγηθείσας κριτικής τους. Ειδικότερα, ως κυβερνώντες επιδίωκαν την επικάλυψη της πολιτικής τους αναξιοπιστίας, τεκμηριώνοντας τη συνάφεια των τροπολογιών με το κύριο αντικείμενο των νομοσχεδίων, μετερχόμενοι προς τούτο τη χρήση, ιδίως την κατάχρηση της θεμελιώδους συνταγματικής αρχής της λαϊκής κυριαρχίας ως συμβόλου κοινού πεπρωμένου ως νομιμοποιητικού ερείσματος για την εφαρμογή του πολιτικού τους προγράμματος, καθώς και ως επιτακτικής ανάγκης λόγω των ειδικών συνθηκών  που την επέβαλαν.

Συνεπώς, η ακολουθία της ανωτέρω πρακτικής, εκ μέρους των ομολογούντων «ενοχικά» μεταμέλεια για την παραβίαση διατάξεων του Συντάγματος, εκπορευόταν, προφανώς, από ανειλικρινή, υποκριτικά ή ωφελιμιστικά κίνητρα, διότι τούτο ισοδυναμούσε με ανάληψη πολιτικής ευθύνης που συνεπάγεται την παραίτησή τους από το σχετικό αξίωμα, όπως ως νομική υποχρέωση προέκυπτε από το άρθ. 85 Σ.  Συγκεκριμένα, πρόκειται για πράξεις, παραλείψεις ή παραβιάσεις διατάξεων εκ μέρους των ομολογούντων, οι οποίες έλαβαν χώρα κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, που στοιχειοθετούσαν τη δυνατότητα κατάθεσης αντιρρήσεων συνταγματικότητας, από τις οποίες προέκυπτε ζημιογόνα συμπεριφορά απέναντι στο δημόσιο συμφέρονˑ  ιδίως, όταν στο σύγχρονο κοινοβουλευτικό πολίτευμα το σημαντικότερο μέρος της κρατικής εξουσίας έχει μεταφερθεί στην Κυβέρνηση, όπου κυριαρχεί ο Πρωθυπουργός.

Άλλωστε, η συνέχεια και ασφάλεια δικαίου δεν δικαιολογούν οποιαδήποτε αυτοκριτική υπερβάσεων και μάλιστα στην υπέρτατη βαθμίδα της ιεραρχίας του (= συνταγματικής νομιμότητας). Η θεμελιώδης αρχή του Ρωμαϊκού Δικαίου «Nemo auditur propriam turpitudinem allegans» («Kανένας δεν πρέπει να επικαλείται τη δική του κακή συμπεριφορά για να δικαιολογήσει κάτι»), ισχύει εν προκειμένω.

Προς επίρρωση της ανωτέρω διάταξης συνέτρεχε και η αντίστοιχη του άρθ. 73 παρ. 3 Σ., παρότι περιορίζει αισθητά, αλλά εύλογα, τη νομοθετική πρωτοβουλία της Βουλής. Οι συνέπειες, πάντως, της εν λόγω παραβίασης, που αναδεικνύονταν, ιδίως, στο πεδίο των ιστορικών διαδικασιών του κοινοβουλευτικού γίγνεσθαι, συνέτειναν στην αποδόμηση της πολιτικής αξιοπιστίας των φορέων θεσμικών αξιωμάτων, οι οποίοι μετέρχονταν τις εν λόγω πρακτικές, αλλά και των κομμάτων που τις εφάρμοζαν ως πρακτικές απόρροιας οιονεί «συνεννόησης» και «συμφωνίας», όπως κυνικά ομολογούσαν.

Οι παθογένειες που εντοπίστηκαν κατά την εξέταση της πρακτικής των αντιρρήσεων συνταγματικότητας αποδείχθηκαν καταλυτικής σημασίας, διότι συνέθεταν την «επιτομή» των ανασχέσεων ή παρεκκλίσεων από την ομαλή και αποτελεσματική λειτουργία του κοινοβουλευτικού γίγνεσθαι.

Όμως, η ανθεκτικότητα που επέδειξε ο εξεταζόμενος θεσμός και η μακροβιότητά του ως διάταξη των Κανονισμών της Βουλής οφείλεται στη συνδεσιμότητά του με το κοινοβουλευτικό πολίτευμα. Συγκεκριμένα, η ισχύς, η σημασία και η κοινή τύχη αμφοτέρων στο δημοκρατικό πολίτευμα αξιολογήθηκαν με γνώμονα  την ικανότητά τους να αντιστέκονται στις αποδομητικές προκλήσεις των κοινωνικοπολιτικών συγκυριών, να λειτουργούν ως θεσμικά αντίβαρα στην εκάστοτε κυρίαρχη πολιτική εξουσία, να κατευθύνουν την πολιτική συμπεριφορά των υποκειμένων τους με βάση συγκεκριμένες αξίες ή θεσμούς, εν τέλει να κατισχύουν πολλαπλών πιέσεων, προκλήσεων ή παρεκκλίσεων από τη συνταγματική νομιμότητα, οι οποίες διέθεταν ως κίνητρο την ασίγαστη επιθυμία για διεύρυνση της εξουσίας τους.

Η θετική έκβαση των ανωτέρω μεθοδεύσεων αποκτά μεγαλύτερη σημασία, γιατί επιτεύχθηκε στην Ελλάδα, μια χώρα στην οποία κυριαρχεί, διαχρονικά, η συγκρουσιακή πολιτική κουλτούρα, ενώ η πολιτική συμπεριφορά των υποκειμένων της ήταν, συνήθως, απόμακρη από την εκάστοτε επίμαχη θεματική και τις ειδικότερες συνεπαγωγές της.

Η φιλαυτία που διέκρινε τις νομοθετικές πρωτοβουλίες της κυβερνώσας πλειοψηφίας– οι οποίες διαμορφώνονταν σε αυτοαναφορικά συλλογικά σώματα- δέχθηκε ισχυρά πλήγματα από το στοιχείο της αμφισβήτησης σχετικά με την τήρηση της συνταγματικής νομιμότητας, που διέκρινε τις πρωτοβουλίες των  φορέων της αρνησικυρίας.

Η επίκληση, εξάλλου, της αρχής της πλειοψηφίας, και της ανάγκης για απρόσκοπτη κυβερνησιμότητα δεν υπήρξε επαρκές ως προς την πειστικότητά του νομιμοποιητικό έρεισμα εκ μέρους της Κυβέρνησης για τη συνεχή απόρριψη των σχετικών ενστάσεων της αντιπολίτευσης, με συνέπεια οι αιτιάσεις της να καθίστανται απλά ιδεολογήματα, στο πλαίσιο της αρχής της πολυφωνίας.

Συνεπώς, απαιτείται η αρχή της πλειοψηφίας να βρίσκεται –στο πλαίσιο της παραγωγής των τυπικών νόμων- σε μια  αέναη διαλεκτική σχέση  με την προστασία της κοινοβουλευτικής μειοψηφίας. Και τούτο, οφείλει να κατοχυρώνεται ως  «ομαδική»  δράση, ασκούμενη στο πλαίσιο ενός πολιτικού forum, που συμπεριλαμβάνει τη δράση της μειοψηφίας, και να διασφαλίζεται με διαδικασίες, όπως η εξεταζόμενη,  οι οποίες αποσκοπούν, υπό καθεστώς ισότητας ευκαιριών, στη θεσμική συμμετοχή της στο πολιτικό γίγνεσθαι.

Ενώ, η  μεταβλητότητα των ρόλων στην πολιτική εξουσία –που διασφαλίζεται μέσω της δημοσιότητας των παρεχόμενων στην κοινοβουλευτική μειοψηφία θεσμικών αντισταθμισμάτων για την προστασία των ουσιαστικών πρωτοβουλιών της στην άσκηση της νομοθετικής εργασίας και του κοινοβουλευτικού ελέγχου, καθώς και των ανασχέσεων στην τάση της εκτελεστικής εξουσίας να καταχράται τις αρμοδιότητες που της αναγνωρίζονται- αποτελεί ασφαλές στοιχείο της σύγχρονης δημοκρατίας.

Άλλωστε, το Σύνταγμα και ο ΚτΒ ρυθμίζουν την άσκηση των αρμοδιοτήτων των κρατικών οργάνων μέσω της διασφάλισης κατάλληλων θεσμικών ισορροπιών,   στην πραγμάτωση των οποίων καταλυτικό ρόλο διαδραματίζουν τα  θεσμικά αντίβαρα στο πλαίσιο της πολιτικής του check and balance.

Τούτο καθίσταται προφανές, δεδομένου ότι ο έλεγχος της συνταγματικότητας των νομοσχεδίων είναι εξ ορισμού έργο ασκούμενο από την αντιπολίτευση (προεχόντως, την αξιωματική που διεκδικεί την άνοδό της στην πολιτική εξουσία),  η πραγματική αναβάθμιση του ρόλου της Βουλής ως εκφραστή της λαϊκής κυριαρχίας -ιδίως, στη συγκυρία της εποχής μας με τις αλλεπάλληλες δομικές κρίσεις- επέρχεται μέσω της πραγματικής αναβάθμισής της ως  συνόλου των πολιτικών δυνάμεων και όχι μόνο της πλειοψηφίας και οι κοινωνικοί ανταγωνισμοί εκδηλώνονται, πλέον, στις σχέσεις μεταξύ των πολιτικών κομμάτων και αποτυπώνονται στην αντιπαράθεση κυβερνητικής πλειοψηφίας και αντιπολιτευόμενης μειοψηφίας.

Οι συμμετέχοντες στην εξεταζόμενη διαδικασία, οφείλουν, προβάλλοντας τα κατάλληλα επιχειρήματα στο πλαίσιο της λεκτικής οικονομίας που απαιτεί  ο θεσμός, να  πείθουν  τους συμμετέχοντες στις κοινοβουλευτικές εργασίες  και όχι να αναλώνονται σε μια άγονη και παραπλανητική  λεξιλαγνεία και στην επιτήδεια μεθόδευση της ικανοποίησης των στενών τους κομματικών συμφερόντων. Και όσο περισσότεροι είναι οι πειθόμενοι τόσο περισσότερο νομιμοποιείται με κύρος και αξιοπιστία  ο ενιστάμενος βουλευτής και ο εξεταζόμενος θεσμός. Άλλωστε, η ελευθερία που αξίζει περισσότερο -στο ενδοκοινοβουλευτικό  γίγνεσθαι- δεν είναι των ομοφρονούντων βουλευτών, ιδίως στην άσκηση ελέγχου των νομοθετικών πρωτοβουλιών της Κυβέρνησης, αλλά ιδίως των διαφωνούντων.

Σ’ αυτό αποσκοπεί και η αναφορά του όρου  «αντιρρήσεις» (για τη συνταγματικότητα νομοσχεδίου, πρότασης νόμου ή τροπολογίας) στις σχετικές διατάξεις του άρθ. 100 ΚτΒˑ συγκεκριμένα, στη διαλεκτική ενότητα της προτεινόμενης ρύθμισης (= νομοσχεδίου ή πρότασης νόμου) και του συνταγματικού δέοντος (= συνταγματικής νομιμότητας).

Άλλωστε, η ένσταση αντισυνταγματικότητας δεν λειτουργεί «εν κενώ», αλλά συνέχεται με τη λειτουργικότητα της αντιπροσωπευτικής και κοινοβουλευτικής αρχής, τις οποίες οφείλουν να διασφαλίζουν, προεχόντως, οι βουλευτές υπέρ των οποίων συντρέχουν.

Ένα κυβερνητικό σχήμα είναι λογικό και αυτονόητο να επιζητεί την υποστήριξη των απόψεών του, όπως κάθε πολιτικός οργανισμός έχει αυτό το δικαίωμα. Όμως, υπάρχει ένα  κρίσιμο όριο που διακρίνει το πολιτικό δικαίωμα και παράλληλα καθήκον προβολής επιχειρημάτων κατά τη διεκδίκηση της συνταγματικής νομιμότητας. Η υπέρβασή του –στο πλαίσιο μιας νοοτροπίας «ετεροβαρούς» συνθήκης (= που επιβάλλει άνισες υποχρεώσεις των μερών)- επιβαρύνει την ενδοκοινοβουλευτική πολιτική ατμόσφαιρα με αχρείαστη σύγκρουση και παράλληλα επιχειρεί να καταστήσει τους εκφραστές της, μέσω πρακτικών αυτοαναφοράς, τους μόνους έγκριτους κριτές των σχετικών αξιολογήσεων, παραβλέποντας την προέχουσα ανάγκη τήρησης της συνταγματικής νομιμότητας.

Μια Κυβέρνηση, ταγμένη από τον θεσμικό της ρόλο στην αντιπροσώπευση του συνόλου του κοινωνικού σώματος δεν μπορεί –στο όνομα της πολιτικής της ύπαρξης και λειτουργίας- να υιοθετεί παρόμοιες μεθόδους εναντίωσης στη διαφορετικότητα και ανάδειξης επικοινωνιακής ισχύος. Βάσει των εν λόγω δεδομένων, είναι δημοκρατικά εύλογη η αναζήτηση ισχυρών θεσμικών αντισταθμισμάτων.

Αλλά και οι βουλευτές, καθώς και οι κοινοβουλευτικές ομάδες της αντιπολίτευσης –ως δρώντα θεσμικά και πολιτικά υποκείμενα των αντιρρήσεων συνταγματικότητας-, οφείλουν να κατανοούν την ανάγκη ορθολογικής χρήσης των παραμέτρων της σχετικής διαδικασίας.

Συνεχίζεται στην έκδοση της Μ. Τρίτης 7 Απριλίου με το Μέρος Γ’

Live ενημέρωση

Ακολουθήστε το xronos.gr στο Google News

Ροή Ειδήσεων

xronos
xronos.gr

ΑΡ. ΜΗΤ: 232265

mit-logo