27 τροχαία ατυχήματα σε ΑΜΘ τον τελευταίο μήνα
Γράφει ο Σίμος Μηναΐδης, ομότιμος καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου Νομικής Σχολής Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης
Μέρος πρώτο: H ισχυρή παρουσία πολιτικών δυναστειών, η προσωποποίηση της εξουσίας και η εδραίωση ελιτιστικών φαινομένων
Παρά την εμφάνιση φαινομένων οικογενειοκρατίας στον πολιτικό στίβο από τη σύσταση του νεοελληνικού κράτους, ωστόσο κυρίως από τη μεταπολίτευση, του 1974, οι πολιτικές δυναστείες άρχισαν να εδραιώνονται στις πολιτικές δομές του ελληνικού Κοινοβουλίου, μέσω επικοινωνιακών μηχανισμών που εξωράιζαν την κληρονομική διαδοχή στο βουλευτικό αξίωμα ως «αυτονόητη και φυσιολογική διαδικασία», σύμφυτη του πολιτικού μας συστήματος και ως «οικειοθελής και αυτονόητη ανταπόδοση» του εκλογικού σώματος στο έργο που επιτέλεσαν οι γενάρχες της διαδοχής. Και τούτο, χωρίς να εξετάζεται, στοιχειωδώς, η συμβατότητα των ικανοτήτων του υποψηφίου με τις ιδιαιτερότητες της πολιτικής.
Συγκεκριμένα, με τη διάθεση μεγάλων οικονομικών πόρων που εξασφαλίζουν στήριξη και προβολή στους προνομιούχους υποψηφίους από τα Μ.Μ.Ε. και τους επιχειρηματικούς κύκλους που ελέγχουν τη ροή των δεδομένων (λ.χ. Google, Facebook), αποδομείται εν πολλοίς η κριτική σκέψη και χειραγωγείται η ιστορική συνείδηση των εκλογέων, καθώς και τα ουσιαστικά πολιτικά κριτήρια που θα μπορούσαν να αμφισβητήσουν τη διαγενεακή λογική της αυτοαναπαραγόμενης πολιτικής εξουσίας («η εξουσία γεννά εξουσία»), και το ελεγχόμενο από αυτήν πλέγμα των σχέσεων μεταξύ εκλογέων και εκλεγομένων, με κριτήρια αξιοκρατικά. Η εν λόγω εξέλιξη υποβοηθείται από την ενδεχόμενη κλίση των επιγόνων στην πολιτική, τελειοποιείται μέσω της μακροχρόνιας μαθητείας τους στις κλίμακες της κομματικής και γενικότερα πολιτικής ιεραρχίας, εν τέλει ευοδώνεται με την ενδεχόμενη ύπαρξη του χαρίσματος του δημαγωγικού λόγου, που απευθύνεται στο συναίσθημα των μαζών.
Έτσι, γόνοι πολιτικών δυναστειών εμφανίζονται στο πολιτικό προσκήνιο διαθέτοντας, εκ προοιμίου, δύο τουλάχιστον συγκριτικά πλεονεκτήματα που συνδράμουν την μετάγγιση εξουσιαστικής δύναμης και δημιουργούν προφανείς ανισότητες στον εκλογικό ανταγωνισμό. συγκεκριμένα:
α) την κληροδοτηθείσα υψηλού βαθμού αναγνωρισιμότητα (συνεχόμενη με «ανώτερες ικανότητες διαχείρισης των κοινών») και την «δεδομένη εκλογική πελατεία», ως μορφές «οιονεί διαπιστευτηρίων» για την εισδοχή τους στο κοινοβουλευτικό γίγνεσθαι, και
β) τη διάθεση επαρκών οικονομικών πόρων για τη διασφάλιση της αξιοπιστίας τους προς την κατεύθυνση αυτή (= αγορά «συμβόλων κύρους και αξιοπιστίας»).
Με συνέπεια, το εκλογικό σώμα, παρότι δεν είναι κατά κανόνα ευπειθής πολιτική μάζα, να καθίσταται ευάλωτο λόγω του εθισμού του στις εν λόγω πρακτικές. ειδικότερα:
α) να αποφασίζει κατ’ ουσίαν, και στο πλαίσιο ενός βαθύτατου κοινωνικού και πολιτικού αναχρονισμού, ποιές πολιτικές élite -που συνθέτουν, διαχρονικά, το πολιτικό «κατεστημένο»- θα αναλάβουν την άσκηση των βουλευτικών καθηκόντων, έστω και αν δεν διαθέτουν τα ανάλογα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, και
β) να μη συνειδητοποιεί, ότι η «χειραγώγηση» της πολιτικής του βούλησης καθίσταται εφαλτήριο ανόδου στο βουλευτικό αξίωμα.
Όμως, η ευχερής αγορά «συμβόλων κύρους», όπως το αξίωμα του βουλευτή, η υπέρβαση του φυσικού ελέγχου ποιότητας των υποψηφίων και η παράλληλη απόρριψη από τους κατέχοντες τις δομές της πολιτικής εξουσίας -όπως εν προκειμένω η συντεχνία των élite της πολιτικής- των ικανών προς τούτο, ως περιττών ή ασήμαντων, γεννά σοβαρούς κινδύνους για τη δημοκρατία, διότι:
α) υποβαθμίζει την ολιστική δυνατότητα και δυναμική των πολιτών μιας χώρας, και
β) αναθέτει τη διαχείριση του πολιτικού τους μέλλοντος σε μια μειοψηφία ατόμων ιδιωφελούς νοοτροπίας.
Η απόρριψη κάθε προσωποπαγούς στοιχείου στο θεσμικό οικοδόμημα της σύγχρονης ελληνικής πολιτείας, που σημαίνει ότι όλα τα πολιτειακά αξιώματα καταλαμβάνονται και ασκούνται μόνον με εκλογή και για ορισμένο χρόνο, καθιστά τη διαγενεακή λογική εκλογής ορισμένων βουλευτών ασύμβατη προς το Σύνταγμα.
Παρά την οριστική κατάλυση του θεσμού της βασιλείας-στο δημοψήφισμα της 8ης Δεκεμβρίου 1974- και όλων των στοιχείων της κληρονομικής διαδοχής που διαμόρφωσε η μοναρχική παράδοση, η επιβίωση πρακτικών συναφούς περιεχομένου για την εκλογή των φορέων του βουλευτικού αξιώματος διαψεύδει παραμέτρους της κανονιστικής προαναγγελίας του άρθρ. 1 παρ. 1 Συντ., το οποίο, μεταξύ άλλων, αποδίδεται ερμηνευτικά ως εξής:
α) η εκλογή των βουλευτών εδράζεται, αποκλειστικά, στην «ελεύθερη και ανόθευτη εκδήλωση της λαϊκής θέλησης» (άρθρ. 52 Συντ.), και
β) πολιτική νομιμοποίηση παράγει μόνον η δημοκρατική διαδικασία.
Η καλλιέργεια του νεποτισμού, της ευνοιοκρατίας, της κληρονομικότητας στην εξουσία, των αντιγράφων της καταργηθείσας μοναρχίας σε κακέκτυπη μορφή, της ανισότητας εν γένει στην κατανομή της πολιτικής εξουσίας και της πρόσβασης σ’ αυτήν, έθεσε, επιμελώς, στο περιθώριο των εκλογικών αναμετρήσεων σωρεία πολιτικών προσωπικοτήτων της ελληνικής κοινωνίας, που δεν διέθεταν ως «κεκτημένο δικαίωμα» την κατάληψη βουλευτικής έδρας. διότι, η ένταξή τους στο πολιτικό σύστημα θα μπορούσε να αναδείξει μοιραίες συγκρίσεις και αντιπαλότητες, ιδίως, να επισκιάσει την επίπλαστη αίγλη των γόνων πολιτικών δυναστειών. Ακόμη και αν οι ατυχείς πρακτικές του πρωτόπειρου, γόνου της «κληρονομικώ δικαιώματι» εξουσίας, που θα καθιστούσαν το πολιτικό του μέλλον επισφαλές, επικαλύπτονται ή αποκαθίστανται άμεσα μέσω της ποικιλομορφίας των εγγυήσεων που τον περιβάλλουν και τον προφυλάσσουν από τον μοιραίο πολιτικό εκτροχιασμό του.
Και το φαινόμενο αυτό -που περιόρισε τις δυνατότητες πρόσβασης στους δημοκρατικούς θεσμούς, καθώς υπήρχε πάντοτε μια προνομιούχα μειοψηφία, η οποία ασκούσε την εξουσία χωρίς χρονικό (συνταξιοδοτικό) όριο ανέμενε από θέση ισχύος την ενεργό ένταξή της σ’ αυτήν- κορυφώθηκε σε μια περίοδο ιδιαίτερα κρίσιμη για την ανασύνταξη, την αρραγή δόμηση και το μέλλον των ηθικοπολιτικών παραμέτρων της μετα-αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, που δοκιμάστηκε από την κυριάρχηση των πελατειακών σχέσεων, του ελλείμματος εσωκομματικής δημοκρατίας και της αποθέσμισης των κομμάτων εξουσίας.
Οι εκτιμήσεις σχετικά με την «εκ του ασφαλούς» επανεκλογή μελών πολιτικών οικογενειών στο Ελληνικό Κοινοβούλιο, λόγω της συντήρησης των δικτύων υποστήριξής τους, σε σύγκριση με τους μη διαθέτοντες το ανάλογο πλεονέκτημα συνυποψηφίους τους, συνέβαλαν περαιτέρω και στη μείωση της κοινωνικής προσφοράς τους, στη διάρκεια της βουλευτικής τους θητείας.
Η διδαχή της τέχνης του εκλέγεσθαι δεν αποτελεί αντανάκλαση των χαρακτηριστικών της κοινωνίας, αλλά μιας προνομιούχου élite, που ορίζει τις προϋποθέσεις και τους κανόνες άσκησής της.
Ο εν λόγω διαχωρισμός, μεταξύ των κατεχόντων ή μη το προνόμιο της κληρονομικής διαδοχής στο αξίωμα του βουλευτή, συνεπάγεται κοινωνικές συμπεριφορές, όπου ακόμη και αν το περιεχόμενό τους είναι εξόχως πολιτικό στην πρακτική μετουσιώνονται σε α-πολιτικές. ενδεικτικές αυτών είναι η αφοριστική αντιμετώπιση της ενασχόλησης με τα κοινά ή η μη άσκηση κριτικής και αμφισβήτησης των τεκταινομένων του κοινοβουλευτικού γίγνεσθαι και η παντελής έλλειψη σχετικού ενδιαφέροντος. Όμως, οι εν λόγω συμπεριφορές, ακόμη και αν εκτιμηθούν ως αυτονόητες στο πλαίσιο της διαντίδρασης των αποκλεισμένων, υποδηλώνουν ασύγγνωστη παραίτηση και μεμψιμοιρία, που οδηγούν, νομοτελειακά σε αλλοτρίωση θεμελιωδών δικαιωμάτων και στην καθυπόταξη του «παθητικού» εκλογικού σώματος σε ολιγομελείς εξουσιαστικές ομάδες προνομιούχων ή αυτοαναγορευόμενων ως «ειδικών» στην άσκηση της πολιτικής.
Η οικογενειοκρατία στην πολιτική χαρακτηρίζεται, συνήθως, και από έμφυλη ανισότητα, λόγω της μειωμένης βούλησης ή ενθάρρυνσης των γυναικών να συμμετάσχουν ενεργά στα πολιτικά δρώμενα, η οποία εκδηλώνεται, συνήθως, υπό την προϋπόθεση της έλλειψης αρρένων συγγενών.
Η επιβίωση της οικογενειοκρατίας στο σύγχρονο πολιτικό γίγνεσθαι οφείλεται εν πολλοίς και στην ανοχή της ηγεσίας των κομμάτων, που όχι μόνον δεν αποτρέπουν την επιβίωση των κατεστημένων πολιτικών δυναστειών, αντίθετα ενθαρρύνουν τη δημιουργία νέων, προκειμένου να τους προσεταιρισθούν για να λειτουργήσουν ως πολιτικώς αξιοποιήσιμα στοιχεία (= «Hρακλειδείς» του καθεστώτος τους), τα οποία θα τους διασφαλίσουν μακρόβια νομή της εξουσίας. Ενώ, μέσα από τη «συντεχνία» των εν λόγω, οι οποίοι θα αποκτούν ολοένα και μεγαλύτερη πολιτική επιρροή, θα προκύψουν οι διεκδικούντες την κομματική ηγεσία. ΄Ετσι, τα συμφέροντά τους καθίστανται σύστοιχα και αλληλέγγυα κατά τη διαμόρφωση των ενδοκομματικών ισορροπιών.
Οι εν λόγω πρακτικές, που συντηρούν το ιερατείο των τιμητών της κομματικής ηγεσίας, όντας ασύμβατες με την ιδεολογία και τις αρχές του κόμματος συντελούν στη δημιουργία ενός δυστοπικού κομματικού πεδίου που προκαλεί τη συνοχή του κόμματος, αμβλύνει τη δυναμική του αντιπροσωπευτικού συστήματος και της Βουλής ως θεσμικής του έκφρασης, και αποδομεί την «ελεύθερη εντολή», που ρυθμίζει την περιοδικότητα των σχέσεων εκλογικού σώματος και βουλευτών.
Εν προκειμένω, η κυριάρχηση των νομικών είναι πρόδηλη, δεδομένου ότι, οι ιδιομορφίες της πολιτικής, προσιδιάζουν στις αντίστοιχες δικανικές τεχνικές και στην αυτοέκθεση των αδυσώπητων συνεπειών τους. Συνεπώς, είναι αυτονόητη και η συνοδοιπορία των εν λόγω με τις εξελίξεις του πολιτικού γίγνεσθαι.
Τα ανωτέρω φαινόμενα εμφανίζονται, ιδίως, στα παραδοσιακά κόμματα εξουσίας, που κυριαρχούν θεσιθήρες των πολιτικών αξιωμάτων, σε αντίθεση με τα μικρότερα και νεότευκτα, που οι βουλευτές τους δεν έχουν τον χρόνο και την εμπειρία της δημιουργίας οικογενειακής παράδοσης (= εδραίωσης του προσωπικού δικτύου πολιτικού κεφαλαίου) και ενεργότερης ένταξής τους στο πολιτικό γίγνεσθαι, με συνέπεια την ανισότητα ευκαιριών στην κατανομή των βουλευτικών εδρών.
Η κυριάρχηση της οικογενειοκρατίας αναφέρεται, συνήθως, στην κατάληψη του βουλευτικού αξιώματος. Παρατηρείται, όμως, ευρύτατα και στις εκλογές των οργάνων της τοπικής αυτοδιοίκησης, δεδομένου ότι η νίκη σ’ αυτές αποτελεί ένα είδος πολιτικής επένδυσης (= δημιουργίας τοπικών δικτύων υποστήριξης), προκειμένου να εξαργυρώσουν, μελλοντικά, τα κέρδη τους με την υποψηφιότητά τους στις εθνικές εκλογές.
Εν τέλει, η συρρίκνωση του φαινομένου των πολιτικών δυναστειών –που είναι διάχυτο στο πολιτικό γίγνεσθαι- αποτελεί στοιχείο του πολιτικού εκσυγχρονισμού μιας χώρας. Ενώ, η ματαιοδοξία και η ιδιοτέλεια -που συνιστούν κυρίαρχα στοιχεία της οικογενειοκρατίας- συνιστούν εχθρό της αφοσίωσης στην υπηρεσία του δημόσιου συμφέροντος.
Ακολουθήστε το xronos.gr στο Google News