Οι παθογένειες της πολιτικής (μέρος β’) | xronos.gr
ΑΡΘΡΟ

Οι παθογένειες της πολιτικής (μέρος β’)

08/07/25 - 9:00
Οι παθογένειες της πολιτικής (μέρος β’)

Μοιραστείτε το

Γράφει ο Σίμος Μηναΐδης, ομότιμος καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου Νομικής Σχολής ΔΠΘ

Η μετεξέλιξη της πολιτικής σε «επιχειρηματική δραστηριότητα» λειτουργεί αρνητικά στην εδραίωση της εμπιστοσύνης των εκλογέων σε πρόσωπα και θεσμούς, ενώ καθιστά τους βουλευτές, «πολιτικούς ανεμοδείκτες», «οιωνοσκόπους», καθώς και «επιδέξιους προσοδοθήρες»

Η επαγγελματοποίηση της πολιτικής
Η επαγγελματοποίηση της πολιτικής -εν προκειμένω της άσκησης του βουλευτικού αξιώματος, που είναι εν πολλοίς απόρροια της συνεχούς παρουσίας των πολιτικών δυναστειών στο προσκήνιο των κοινωνικών και πολιτικών εξελίξεων- σημαίνει ότι, η πολιτική, βαθμιαία:

α) αποκτά τα χαρακτηριστικά επαγγέλματος (πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησηs στο εν λόγω αντικείμενο, οφειλόμενης χρηματικής αμοιβής λόγω των παρεχόμενων υπηρεσιών και ασφαλιστικών δικαιωμάτων). δηλαδή, καθίσταται, από συλλογικώς δρώσα δύναμη με στόχο την ικανοποίηση του δημόσιου συμφέροντος, σε εξόχως ατομοκεντρική και oικονομικά ιδιωφελή ή

β) εξελίσσεται σε «κεφαλαιακή επένδυση, την οποία θα καταστήσει προσοδοφόρα η εκμετάλλευση της επιρροής της».

Το εν λόγω φαινόμενο του πολιτικού γίγνεσθαι -που συνιστά «ειδική μορφή εξασφαλισμένης απασχόλησης»- μετουσιώνει τον βουλευτή σε εργαζόμενο, ο οποίος καλείται ανάλογα με τις συγκυρίες και το προσωπικό του συμφέρον να μεταστεγάζεται πολιτικά, αναζητώντας μόνιμες ή περιστασιακές ευκαιρίες για την πολιτική και οικονομική του επιβίωση.

Όμως, η μετεξέλιξη της πολιτικής σε «επιχειρηματική δραστηριότητα» λειτουργεί αρνητικά στην εδραίωση της εμπιστοσύνης των εκλογέων σε πρόσωπα και θεσμούς, ενώ καθιστά τους βουλευτές, «πολιτικούς ανεμοδείκτες», «οιωνοσκόπους», καθώς και «επιδέξιους προσοδοθήρες». Αυτές είναι οι λογικές συνέπειες μιας εκδοχής του «συστήματος των λαφύρων» («spoilssystem»): εν προκειμένω, της κτήσης πολιτικών αξιωμάτων και της προσδοκίας των προσόδων. Όμως, μια τέτοια κατάσταση είναι αυτονόητο ότι προξενεί τεράστια κακοδαιμονία στο πολιτικό σύστημα και τη χώρα και συνδέεται με τη διαφθορά και τη σπατάλη του δημόσιου χρήματος.

Δεδομένου, ότι οι βουλευτές εκπροσωπούν κοινωνίες συγκρουόμενων συμφερόντων στο πεδίο του ενδοκοινοβουλευτικού γίγνεσθαι, είναι ενδεχόμενο να διεκδικούν, πέραν της νομιμοποίησής τους και συμμετοχή στα κέρδη από τις αντίστοιχες «επιτυχίες» τους, προβάλλοντας ως αιτιολογικό έρεισμα της εν λόγω πρακτικής την αντιμετώπιση των εξόδων της «πολιτικής μεσιτείας» τους.

Έτσι, η θητεία στο βουλευτικό αξίωμα υποβαθμίζεται από λειτούργημα, θεμελιωμένο σε συγκεκριμένες αξίες και αρχές -που διασφαλίζει το Σύνταγμα με την ελεύθερη και ανεξάρτητη από επιρροές, καταναγκασμούς και πιέσεις άσκησή του (άρθρ. 60 παρ. 1, 62 παρ. 1)-, σε «επάγγελμα», παραβλέποντας ότι ο συντακτικός νομοθέτης απέβλεψε μέσω των σχετικών θεσμικών εγγυήσεων:

α) στη διασφάλιση μεν του φορέα του θεσμού με απώτερο, όμως, σκοπό όχι την προστασία του προσώπου αλλά τη λειτουργική διασφάλιση του θεσμού, εν τέλει την αξιοπιστία και βιωσιμότητα του αντιπροσωπευτικού συστήματος, ως αναγκαίας προϋπόθεσης για τη λειτουργία της πολιτείας, και

β) στην αναγνώριση της κοινωνικής υπόστασης του βουλευτή, καθώς και στην απομάκρυνσή της από τον ατομοκεντρικό χαρακτήρα της, κατά την άσκηση των λειτουργικών του καθηκόντων.

Το πλέγμα αυτών των συμπεριφορών και των αντίστοιχων εξελίξεων συνδέεται, συνήθως, με χαρακτηρισμούς υποβλητικού - μεσσιανιστικού χαρακτήρα υπέρ του υποψήφιου βουλευτή, που αναμένουν στάσεις άκριτης αποδοχής τους από το εκλογικό σώμα.

Στο παρελθόν ως υποψήφιοι βουλευτές προτείνονταν από τον λαό πρόσωπα τα οποία διέτρεξαν, ευδοκίμως, τον επαγγελματικό τους βίο και καταξιώθηκαν στη συνείδηση των πολιτών ως οι πλέον άξιοι να εκλεγούν στο εν λόγω αξίωμα. Επίσης, η πολιτική ήταν η εξιδανικευμένη τέχνη, που δεν αποτελούσε αντικείμενο εργασίας και δεν προσπόριζε οικονομικά οφέλη, αλλά συχνά πενία και παντοειδούς μορφής προβλήματα στον φορέα της.

Αντίθετα, στη σύγχρονη εποχή ως βουλευτές εκλέγονται εν πολλοίς κομματικά στελέχη, που αναδείχθηκαν -μετά από μια περίοδο «πειραματικής δοκιμασίας» τους -μέσω του «κομματικού σωλήνα». Η εν λόγω επιλογή προοικονομεί ότι, οι άνθρωποι αυτοί:

α) αδυνατούν να «εργαστούν» εκτός της πολιτικής, δεδομένου ότι δεν έχουν προσοδοφόρα εξωκομματική απασχόληση, ούτε αντίστοιχη εμπειρία, και περαιτέρω ότι

β) ο πολιτικός αγώνας σημαίνει γι’ αυτούς, αναγκαστικά, «αγώνα συμφερόντων».

Η εν λόγω εξέλιξη συνεπάγεται τη συρρίκνωση και τη νομοτελειακή απίσχναση της πολιτικής κοινωνίας, ιδίως, όταν ο ρόλος των βουλευτών, ως «διαμεσολαβητών» του εκλογικού σώματος, έχει βαθμιαία περιορισθεί με την ανάπτυξη της σύγχρονης τεχνολογίας, που παρέχει τη δυνατότητα ταχείας και ασφαλούς μεταβίβασης της λαϊκής βούλησης στα κέντρα λήψης των πολιτικών αποφάσεων.

Συνεπώς, όσοι πολίτες αποποιούνται τις ευθύνες που συνέχονται με την άσκηση του βουλευτικού αξιώματος, μεταθέτοντας αυτές στους «επαγγελματίες» πολιτικούς μετατρέπονται κατ’ ουσίαν σε «υπήκοους», γιατί η ελευθερία προϋποθέτει την ανάληψη των ευθυνών της και όχι την αποποίησή τους.

Η κατ’ επάγγελμα άσκηση του βουλευτικού αξιώματος -προσαρμοσμένη στις ανάγκες της ψηφοθηρίας- συσχετίσθηκε, μεταπολιτευτικά, με τον παράνομο πλουτισμό των φορέων του, που υπήρξε μία από τις σημαντικότερες παθογένειες της πολιτικής ζωής. Συγκεκριμένα, η απόκτηση πολιτικής ισχύος συνδέθηκε, άρρηκτα, με τις τακτικές και έκτακτες «προσόδους» που αυτή επέφερε.

Προς τούτο, κατέστη επιτακτική η ανάγκη διαφάνειας και ενίσχυσης της

αποτελεσματικότητας των ελέγχων περιουσιακής κατάστασης και οικονομικών συμφερόντων των βουλευτών, που υποβάλλουν στις αρμόδιες ελεγκτικές αρχές (Ν. 5026/2023 «Υποβολή των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης (πόθεν έσχες) και οικονομικών συμφερόντων. (…)», προκειμένου να διαπιστωθεί αν υπάρχει αδικαιολόγητος πλουτισμός από την αθέμιτη χρήση της εξουσίας που αποκτούν πρόσκαιρα οι φορείς του εν λόγω αξιώματος.

Το «πόθεν έσχες» εξετάζεται από την αρμόδια επιτροπή ελέγχου και δημοσιεύεται (άρθρ. 25) στον ιστότοπο της Βουλής. Στο εν λόγω πολιτικο - δικαστικό όργανο συγκεραίνονται οι αντιλήψεις περί «ευθύνης» των φορέων δύο βασικών λειτουργιών του κράτους.

Όμως, από τα πεπραγμένα της επιτροπής καταδεικνύεται, συχνά, μεγάλη και αδικαιολόγητη απόκλιση της περιουσιακής κατάστασης του πρωτοεμφανιζόμενου στην πολιτική με τη δηλούμενη κατά τη διάρκεια της θητείας του στο βουλευτικό αξίωμα.

Πάντως, αν και ο εν λόγω θεσμός ανάγεται σε ζητήματα υψηλού συμβολισμού, ο έλεγχος των δηλούμενων στοιχείων έχει μετατραπεί σε μια εντελώς τυπική διαδικασία. Με συνέπεια, να μη δύνανται να εντοπισθούν, ευχερώς, πρόσοδοι προερχόμενοι από την «εμπορευματοποίηση» της πολιτικής επιρροής, με προέχουσα παράμετρο τον χρηματισμότων βουλευτών. Ενώ, η τυχόν αποκάλυψη επίμαχων στοιχείων λόγω ανακριβών δηλώσεων, διευθετείται, άμεσα, χωρίς περαιτέρω συνέπειες για τους δηλούντες.

Οι ανωτέρω επισημάνσεις καθιστούν πρόδηλο ότι, η εν λόγω διαδικασία αποσκοπεί, μάλλον, στη δημιουργία θετικών εντυπώσεων για την αξιοπιστία των βουλευτών, δεδομένου ότι στις σχετικές δηλώσεις δεν περιλαμβάνεται η προέλευση (το «πόθεν») των δηλωθέντων περιουσιακών στοιχείων.

Έτσι, αντί να αξιολογούνται οι φορείς του βουλευτικού αξιώματος στα επίμαχα ζητήματα της ικανότητας, αποτελεσματικότητας και αξιοπιστίας κατά την άσκηση των λειτουργικών καθηκόντων τους, να εξετάζεται:

α) κατά πόσον οι δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης που υποβάλλουν είναι ειλικρινείς, και

β) αν είναι εφικτός ο ουσιαστικός έλεγχος της ειλικρίνειάς τους.

Ειδικά, για την αναποτελεσματικότητα του σχετικού νόμου δημιουργείται η εντύπωση (εσφαλμένη ή μη) ότι, «μάλλον επικαλύπτονται παρά αποκαλύπτονται» περιπτώσεις διαφθοράς.

Εν τέλει -παρά τις συνεχείς βελτιώσεις του συστήματος-, τείνει να πρυτανεύσει η εκτίμηση, ότι:

α) η ακολουθία της αρχής του αμοιβαίου συμφέροντος «Doutdes» («σου δίνω μου δίνεις») καθίσταται εν προκειμένω αναπόφευκτη,

β) «η αίσθηση περί διαφθοράς είναι υπέρμετρη σε σχέση με το πραγματικό γεγονός της διαφθοράς», και συνακόλουθα ότι

γ) οι υπόνοιες τέλεσης των σχετικών αδικημάτων -ιδίως, από βουλευτές - Υπουργούς οι οποίοι προΐστανται Υπουργείων που διενεργούν μεγάλες προμήθειες (λ.χ. Εθνικής Άμυνας)- τίθενται, συνήθως, «adcalendas Graecas» («στις ελληνικές καλένδες»).

Ωστόσο, δεν πρέπει να παραβλέπεται ότι η μεγιστοποίηση των εικασιών περί διαφθοράς στις ανωτέρω περιπτώσεις, χωρίς να συντρέχουν αποχρώσες ενδείξεις, εμπεριέχει τον κίνδυνο διάσυρσης πολιτικών προσώπων.

Τούτο ισχύει όταν σχετικές καταγγελίες των πολιτών -ιδίως, αόριστες- σε βάρος βουλευτών γίνονται, αποκλειστικά, στους εκπροσώπους των ΜΜΕ, προκειμένου να διασφαλισθεί η δημοσιοποίησή τους, και όχι στα αρμόδια κρατικά όργανα.

Η επαγγελματοποίηση της πολιτικής δεν πρέπει να συγχέεται με τον επαγγελματισμό στην πολιτική, που συνιστά έναν ιδεότυπο στον τρόπο άσκησης της πολιτικής τέχνης, ο οποίος διακρίνεται για τη συνέπεια, συστηματικότητα, υπευθυνότητα, σοβαρότητα και αποτελεσματικότητα, σε συνδυασμό με την πολιτικότητά του (= επιτηδειότητα στον χειρισμό δύσκολων θεμάτων) και διασφαλίζει κύρος και αξιοπιστία στον βουλευτή, χωρίς να υπολογίζεται το πολιτικό κόστος των ενεργειών του. Επίσης, τα υποκείμενα του εν λόγω ιδιότυπου δεν ενδίδουν στα αμείλικτα και ανασχετικά δεδομένα της πολιτικής (πιέσεις, εκβιασμοί, απειλές, υποσχέσεις), προκειμένου να αντιληφθεί η κοινωνία τη σημασία της εν λόγω τακτικής για τη δημόσιο συμφέρον και οι φωνασκούντες τη ματαιότητα της ανέλεγκτης εκδήλωσης του θυμικού τους. ενώ, αναλαμβάνουν την ευθύνη και το πολιτικό κόστος των ενεργειών τους.

Προς τούτο, όμως, απαιτείται διαρκής εκπαίδευση και προπαρασκευή για την επιτυχή αντιμετώπιση των δυσεπίλυτων δυσχερειών, ιδίως των πολλαπλών ανασχέσεών του.

Αντίθετα, οι επαγγελματίες πολιτικοί, προσβλέποντας στο προσωπικό τους όφελος, δεν ασκούν, συνήθως, πολιτική στην ουσιαστική της διάσταση, αλλά περιορίζονται σε μια «επίπλαστη διαχείριση» των πραγμάτων, με τρόπο ακομμάτιστο.

Στον αντίποδα των επαγγελματιών της πολιτικής, που πασχίζουν να την καταστήσουν μόνιμη πηγή εισοδήματος, ανήκουν οι περιστασιακά ή πάρεργα ασκούντες την πολιτική τέχνη οι οποίοι δεν αποβλέπουν, συνήθως, στον προσπορισμό οικονομικού οφέλους. διότι, όντας ανεξάρτητοι από τα κέρδη που θα μπορούσε να τους επιφέρει η άσκηση της ιδιωφελούς πολιτικής, αφοσιώνονται σ’ αυτήν ορμώμενοι, ιδίως, από κίνητρα πολιτικού ιδεαλισμού (ιδεολογικά ή κοινωνικής προσφοράς), επιζητώντας να επιλύσουν διά της ανιδιοτελούς προσφοράς τους τα προβλήματα που δημιουργούνται εντός και εκτός των πολιτικών και κοινωνικών οργανισμών.

Οι εν λόγω, δεν αναλώνονται, συνήθως, στην εκπαίδευση και προπαρασκευή για τον αγώνα της εξουσίας και αποσύρονται από τη διαδικασία της επανεκλογής τους, χωρίς να προσδοκούν τη συνταξιοδότησή τους από το λειτούργημα του βουλευτή ή τη μονιμοποίησή τους σ’ αυτό.

Η απόλυτη εξιδανίκευση των πολιτικών της ανωτέρω κατηγορίας θα συνιστούσε άγνοια των πρακτικών που μετέρχονται οι φορείς τους. Συνεπώς, δεν αποκλείεται η βαθμιαία μετεξέλιξή τους, σε μικρότερη βέβαια έκταση, σε «λαφυραγωγούς» της πολιτικής.


Στην υπό ευρεία έννοια κατηγορία των περιστασιακά ασκούντων την πολιτική εντάσσονται και οι πολίτες μέσω της συμμετοχής τους στις εκλογικές διαδικασίες ή σε εκδηλώσεις του πολιτικού γίγνεσθαι, συνταγματικά (άρθρ. 5 παρ. 2, 11, 29) ή μη προβλεπόμενες, οι οποίες εμπεριέχουν μια ποιοτική υπεροχή έναντι των άλλων κοινωνικών εκδηλώσεων, και παρέχουν, στα υποκείμενά τους –ιδίως, σε ζητήματα κοινωνικά επίμαχα- εναύσματα επίγνωσης της θέσης τους στον εν λόγω σχηματισμό και των συνεπειών που επιφέρουν οι συγκεκριμένες επιλογές τους για την οργάνωση, τη λειτουργία και την ενότητα της πολιτείας.

Συμπερασματικές παρατηρήσεις
H κυριάρχηση της οικογενειοκρατίας και του επαγγελματισμού στην πολιτική ζωή της χώρας λειτουργεί ανασχετικά στην εφαρμογή της διάταξης του άρθρ. 4 παρ. 4 Συντ. («Μόνον Έλληνες πολίτες είναι δεκτοί σε όλες τις δημόσιες λειτουργίες»), που κατοχυρώνει ένα πολιτικό δικαίωμα και ταυτόχρονα συνιστά παράμετρο της θεμελιώδους αρχής της ισότητας. H άσκηση των βουλευτικών καθηκόντων αποτελεί δημόσια λειτουργία -όπως συμβαίνει κατεξοχήν με τους φορείς και των τριών λειτουργιών του άρθρ. 26 Συντ. και τους αιρετούς άρχοντες των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (πρώτου και δευτέρου βαθμού)-, της οποίας η έκταση και οι σκοποί οφείλουν να εκπληρώνονται απρόσκοπτα στη μέγιστη δυνατή έκτασή τους.

Όταν, επομένως, δεν διασφαλίζεται η ισότητα των ευκαιριών για την ελεύθερη και ισότιμη συμμετοχή στο κοινοβουλευτικό γίγνεσθαι, δεν υπάρχει και άσκηση «δημόσιας εξουσίας» κατά την έννοια του άρθρ. 4 παρ. 4 Συντ.

Συνεπώς, ως προέχον προσόν εκλογής στο βουλευτικό αξίωμα αναγνωρίζεται, διαχρονικά, η αξιοσύνη τους [«΄Ολοι οι Έλληνες, εις όλα τα αξιώματα και τιμάς έχουσι το αυτό δικαίωμα. δοτήρ δε τούτων μόνη η αξιότης εκάστου» (άρθρ. στ’ Συντ. 1822). «Όλοι οι Έλληνες είναι δεκτοί επίσης εις τα πολιτικά και στρατιωτικά, και εις όλας εν γένει τας τιμάς. δοτήρ δε τούτων μόνη εκάστου η αξιότης» (άρθρ. ε’ Συντ. 1823). «Όλοι οι Έλληνες είναι δεκτοί, έκαστος κατά το μέτρον της προσωπικής του αξίας, εις όλα τα δημόσια επαγγέλματα, πολιτικά και στρατιωτικά» (άρθρ. 8 παρ. α’ Συντ. 1827)].

Ο βαθμός εφαρμογής του εν λόγω δικαιώματος, ειδικότερα η ισότητα στο δικαίωμα του εκλέγεσθαι του άρθρ. 55 παρ. 1 Συντ., σε συνδυασμό με την αρχή της πολιτικής ισότητας, καταδεικνύει, επίσης, τη δημοκρατικότητα της χώρας (εν προκειμένω, την ενσωμάτωση και όχι τον αποκλεισμό των πολιτών από το κοινοβουλευτικό γίγνεσθαι), τον σεβασμό των θεμελιωδών αρχών του Συντάγματος, τη βιωσιμότητα των ερεισμάτων του κράτους και της κοινωνίας, καθώς και την ουσιαστική λειτουργία των θεσμών.

Οι αναλυθείσες πρακτικές, θεμελιωμένες σε προνομιακούς διαφορισμούς υπέρ ορισμένων κατηγοριών πολιτών, καθιστούν πρόδηλη την καταστρατήγηση της ισότητας των ευκαιριών για την ελεύθερη είσοδο και συμμετοχή και των λοιπών κατηγοριών στις ενδοκοινοβουλευτικές διαδικασίες.

Live ενημέρωση

Ακολουθήστε το xronos.gr στο Google News

Ροή Ειδήσεων

xronos
xronos.gr

ΑΡ. ΜΗΤ: 232265

mit-logo