Ροδόπη: Με 6 μη νόμιμους μετανάστες σε ένα αυτοκίνητο
Γράφει ο Σίμος Μηναΐδης, ομότιμος καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου Νομικής Σχολής Δ.Π.Θ.
Οι συντρέχοντες στην ενεργοποίηση και εξέλιξη της διαδικασίας του πολιτικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νομοσχεδίων και προτάσεων νόμων από τη Βουλή οφείλουν να τον καταστήσουν στοιχείο δομικό και όχι συγκυριακό στην επιδίωξη της καλής νομοθέτησης και μέσον ουσιαστικής πολιτικής εκπροσώπησης των συμφερόντων και της θέλησης του κοινωνικού σώματος, που τους ανέδειξε στην εξουσία
V. ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΚΑΝΟΝΙΣΤΙΚΗΣ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗΣ ΚΑΙ ΑΚΟΛΟΥΘΙΑΣ ΠΡΑΚΤΙΚΩΝ ΤΟΥ ΑΡΘ. 100 ΚτΒ
Η απαρέγκλιτη εφαρμογή του θεσμού των αντιρρήσεων συνταγματικότητας ως ειδικής διαδικασίας εντός της γενικότερης νομοθετικής πολιτικής που αποβλέπει στην τήρηση του Συντάγματος, συνιστά μια ουσιαστική προληπτική εγγύηση για την εναρμόνιση του περιεχομένου των νομοσχεδίων και προτάσεων νόμων σύμφωνα με τα πρότυπα του αυξημένης τυπικής ισχύος δικαιικού κανόνα της Πολιτείας.
Όμως, η πρακτική του θεσμού κατά τρόπο εν πολλοίς καταχρηστικό, κυρίως επικοινωνιακά και πολιτικά ιδιοτελή για τις κοινοβουλευτικές ομάδες και τους μεμονωμένους βουλευτές ή παραπειστικό της χρησιμότητάς του συνέτεινε στη βαθμιαία υποβάθμισή του από διαδικασία ελέγχου της συνταγματικής νομιμότητας των νομοσχεδίων και προτάσεων νόμων σε μια τυπική και περιστασιακή διαδικασία για την άσκηση κριτικής στο νομοθετικό έργο της Κυβέρνησης.
Οι απότοκες των ανωτέρω εξελίξεων προτάσεις τροποποίησης του άρθ. 100 ΚτΒ θεμελιώνονται στις παρατιθέμενες θεσμικές παρεκτροπές:
1) στη συχνή υπέρβαση των εννοιολογικών του ορίων και της θεσμικής του ιδιαιτερότηταςˑ
2) στην έλλειψη προσοικείωσης και ενδιαφέροντος των βουλευτών με το συζητούμενο θέμαˑ
3) στην υποβάθμιση της δυναμικής του θεσμού αναφορικά με τον έλεγχο της εκτελεστικής εξουσίας από τη νομοθετική στα όρια της συνταγματικής νομιμότηταςˑ
4) στον ρόλο που διεδραμάτισαν οι Πρόεδροι της Βουλής, ιδίως, υπέρ της εκάστοτε κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, παραβλέποντας τον μείζονος σημασίας θεσμικό τους ρόλο ως εξισορροπητικών παραγόντων του κοινοβουλευτικού γίγνεσθαι, και
5) στα αποτελέσματα που προέκυψαν από την πολύχρονη εμπειρία του θεσμού, τα οποία υπήρξαν κατώτερα των προσδοκιών και των προτεραιοτήτων που είχαν τεθεί από τους θεσμοθέτες του.
Οι εν λόγω αρνητικές επισημάνσεις απαιτούν διορθωτικές κινήσεις επανεκκίνησης του σημερινού status, με αποτελέσματα αναγόμενα στην κανονιστική διάσταση του θεσμού, αλλά και στην πρακτική του εφαρμογή.
Αξιοποιώντας τα συμπεράσματα των σχετικών αναλύσεων, οι προτεινόμενες μεταρρυθμίσεις επικεντρώνονται στις ακόλουθες:
1) Χωρίς να παροράται ότι, ο πολιτικός χρόνος που διατίθεται για τις ενστάσεις αντισυνταγματικότητας είναι προσαρμοσμένος στη φύση των δικονομικών ενστάσεων, ωστόσο για την ανάπτυξη των επιχειρημάτων μεταξύ του λέγοντος και του αντιλέγοντος, των Προέδρων των Κοινοβουλευτικών Ομάδων και των μελών της Κυβέρνησης είναι εξαιρετικά περιορισμένος (έκαστος 5΄), με συνέπεια να μην αναδεικνύεται, επαρκώς, ο συνταγματικός προβληματισμός και οι νομικοπολιτικές αιτιάσεις, ιδίως της αντιπολίτευσης.
Προς τούτο, προτείνεται, o χρόνος των δικαιούμενων συμμετοχής να ανέρχεται στα 10΄.
Τούτο προκύπτει σε συσχετισμό προς τον διατιθέμενο χρόνο στους συντρέχοντες στη διαδικασία της καταρχήν συζήτησης, εντός της οποίας δύνανται να κατατεθούν οι αντιρρήσεις συνταγματικότητας (άρθ. 97 παρ. 1-7 ΚτΒ).
O χρόνος, εν προκειμένω, ακόμη και μετά την προτεινόμενη επιμήκυνσή του, παραμένει «πυκνός» και η δυναμική του αναλλοίωτη, διότι οι συμπράττοντες καλούνται να αποφανθούν για πολλά και σημαντικά ζητήματα αντιρρήσεων συνταγματικότητας σε σύντομο χρονικό διάστημα, που μπορεί να καταλήξουν ακόμη και στην απόσυρση του νομοσχεδίου ή της πρότασης νόμου.
2) Οι ενστάσεις αντισυνταγματικότητας να προσλαμβάνουν γραπτή μορφή, να περιέχουν επαρκή νομική τεκμηρίωση και τα σχετικά κείμενα να διανέμονται εγκαίρως, προκειμένου οι βουλευτές αλλά και τα μέλη της Κυβέρνησης να είναι ήδη ενήμεροι του συζητούμενου θέματος και να τοποθετούνται με σαφήνεια και επάρκεια.
3) Η σχετική διαδικασία να τίθεται υπό την ευθύνη ενός από τους Αντιπροέδρους της Βουλής που ανήκουν στην αντιπολίτευση (4ος και 5ος), έτσι ώστε να επιτυγχάνεται, αποτελεσματικότερα, η εξισορρόπηση μεταξύ Κυβέρνησης και αντιπολίτευσηςˑ
4) Η υποχρεωτική παρουσία και συμμετοχή των καθ’ ύλην αρμόδιων Υπουργών (ή Υφυπουργών) στις συζητήσεις ως πολιτικών προϊσταμένων των οικείων Υπουργείωνκαι όχι οι οριζόμενοι ως «αντ’ αυτών»ˑ
5) Στην παράθεση καταληκτικής διάταξης στο άρθ. 100 ΚτΒ (παρ. 3), η οποία να προβλέπει, ρητώς, την αρνητική συνέπεια της αποδοχής τους, που συνίσταται στην απόρριψη των σχετικών νομοθετημάτων, εκτός εάν η Κυβέρνηση ή οι βουλευτές, αποδεχόμενοι τη νομική τους θεμελίωση, τα αποσύρουν, εγκαίρως, πριν από την καταψήφισή τους.
Ωστόσο, η επιτυχής έκβαση των οποιωνδήποτε τροποποιήσεων συνδέεται, άρρηκτα, με την ακολουθία πάγιων και αυστηρά τηρητέων πρακτικών, από τους επισπεύδοντες στην ενεργοποίηση και εξέλιξη του άρθ. 100 ΚτΒ, οι οποίες οφείλουν να εδράζονται σε νομικές αξιολογήσεις, να συντονίζονται στην ουσιαστική εξυπηρέτησή τους (= βιώσιμες λύσεις) καθ’ υπέρβαση μικροπολιτικών σκοπιμοτήτων, εν τέλει να συνάδουν με το δημοκρατικό κεκτημένο.
Eνδεικτικά, η αιτιολόγηση –και όχι μόνον η απαρίθμηση των παραβιασθέντων συνταγματικών διατάξεων- είναι απαραίτητη, προκειμένου να αποτραπεί η καταχρηστική προβολή τέτοιων ενστάσεων με σκοπό την παρακώληση του κυβερνητικού έργου.
Ειδικότερα, ο έλεγχος της συνταγματικότητας των νομοσχεδίων και προτάσεων νόμων από τη Βουλή δεν περιορίζεται στη μη αντίθεσή τους προς το Σύνταγμα, αλλά περιλαμβάνει και τη θετική συμφωνία τους προς αυτό, δεδομένου ότι ο νομοθέτης υποχρεούται –στο πλαίσιο των σχετικών πρωτοβουλιών του- να υλοποιεί, πιστώς, τις διατάξεις του Συντάγματος.
Η νομική τεκμηρίωση αποτελεί, επίσης, μια σημαντική-νευραλγική παράμετρο του θεσμού η οποία δοκιμάστηκε, πολλαπλώς, είτε διότι επικαλύφθηκε από τους αντιλέγοντες οι οποίοι επεκτάθηκαν στη διατύπωση πολιτικών επιχειρημάτων κατά των νομοσχεδίων και της εν γένει κυβερνητικής διαχείρισης επίμαχων ζητημάτων, είτε διότι οι αγορεύσεις των λεγόντων αναλώθηκαν, κυρίως, στη συζήτηση της σκοπιμότητας και του περιεχομένου των νομοσχεδίων και προτάσεων νόμων.
Επίσης, είναι απαραίτητη η εδραίωση μιας πάγιας θεσμικής αυτοσυνείδησης των ανωτέρω, θεμελιωμένης στη διάταξη του άρθ. 60 παρ. 1 Σ., που να επιβεβαιώνει την προσήλωση και αποφασιστικότητα των Προέδρων της Βουλής, των βουλευτών και των κοινοβουλευτικών τους ομάδων στην ανάδειξη της σημαντικότητας των αντιρρήσεων συνταγματικότητας κατά την άσκηση της νομοθετικής λειτουργίας, στη βάση ενός συμφωνημένου πλαισίου αρχών και αξιών του δημοκρατικού πολιτεύματος, απαλλαγμένου από δημαγωγικές και απαξιωτικές μεθοδεύσεις.
Εν τέλει, οι ενστάσεις αντισυνταγματικότητας είναι μια ευκαιρία συνειδητοποίησης της θεσμικής υπευθυνότητας των συμπραττόντων ως λειτουργών της πολιτείας, και της σημασίας που έχει η κατά περιεχόμενο αρμονία των διατάξεων νομοσχεδίων και προτάσεων νόμων προς τον υπέρτατο νόμο της Πολιτείας.
Αντίθετα, η μη αξιοποίηση του θεσμού, κυρίως η ακολουθία ομοιόμορφων πρακτικών εκ μέρους των εκάστοτε κομμάτων εξουσίας που τείνουν να προσδώσουν μορφή «κανονικότητας» στις παθογένειες του άρθ. 100 απειλούν μάλλον την κοινοβουλευτική σοβαρότητα και αξιοπιστία, παρά τη νομοθετική πολιτική της Κυβέρνησης. Διότι, μέσα από τις παθογένειες των αντιρρήσεων συνταγματικότητας, που έχουν ως πρόσημο την περιφρόνηση των ορίων συνταγματικότητας, ελλοχεύει ο κίνδυνος να μετουσιωθούνoι «αλχημείες», οι πολιτικοί μιθριδατισμοί και οι υποκρισίες, που απαλλοτριώνουν το δικαίωμα του τεκμηριωμένου κριτικού λόγου, ακόμη και σε «κοινοβουλευτικά κεκτημένα».
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ
Οι γενικότερες διαπιστώσεις, που προέκυψαν κατά την κριτική ανάλυση των αντιρρήσεων συνταγματικότητας, θεμελιωμένες στη διαχρονική γνώση την οποία παρέχουν τα πρακτικά της Βουλής, επικεντρώνονται στις ακόλουθες:
1) δεν τέθηκε ευδιάκριτα το δικό τους θεσμικό αποτύπωμα στον ουσιαστικό κοινοβουλευτικό διάλογο για τα καίρια ζητήματα της κοινωνικοπολιτικής επικαιρότηταςˑ
2) δεν αναδείχθηκαν στον αναμενόμενο βαθμό τα δικά τους ποιοτικά χαρακτηριστικά στο σύστημα της νομοθετικής λειτoυργίας, την οποία επιφυλάσσει το Σύνταγμα, προεχόντως στη Βουλήˑ
3) δεν καταγράφηκαν στο ενδοκοινοβουλευτικό γίγνεσθαι τα περιθώρια της δυναμικής τους εξέλιξης, ακόμη και σε ευνοϊκούς για τους ενιστάμενους συνδυασμούς κοινωνικοπολιτικών συγκυριώνˑ
4) δεν διαμορφώθηκαν οι αναγκαίες πολιτικές συναινέσεις, που θα τις προσέδιδαν μεγαλύτερο κύρος, εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις απόσυρσης ή τροποποίησης προδήλως αντισυνταγματικών διατάξεων νομοσχεδίων.
Οι ανωτέρω διαπιστώσεις διαθέτουν το ειδικό πολιτικό τους βάρος, όταν αναλογισθεί κανείς ότι από τη μεταπολίτευση και εντεύθεν ο εξεταζόμενος θεσμός θα μπορούσε να καταστεί, ευχερώς, αντιπροσωπευτικό δείγμα του ελέγχου, που πρέπει να ασκείται στην κυβερνητική πολιτική, καθώς και μέσον ουσιαστικής συμβολής του στη συνταγματική νομιμότητα, στην ενίσχυση της λαϊκής κυριαρχίας, στην εξασφάλιση ισορροπίας δυνάμεων μεταξύ νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας, καθώς και ισόρροπων σχέσεων μεταξύ κυβερνώσας πλειοψηφίας και αντιπολιτευόμενης μειοψηφίας, στην ωριμότητα και αποτελεσματικότητα των ενδοκοινοβουλευτικών εργασιών, στη διασφάλιση των ατομικών, πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, εν τέλει στη διασφάλιση του κύρους και της αξιοπιστίας του νομοθετικού σώματος.
Αντίθετα, εφαρμόστηκε, κατά κόρον, το Αριστοφάνειο περιπαικτικό απόφθεγμα για τους εθελοτυφλούντες [«ου με πείσεις καν με πείσης»(«Ο Πλούτος», στίχ. 600)], προφανώς, όχι γιατί οι βουλευτές της εκάστοτε κυβερνώσας πλειοψηφίας ομολογούσαν «ενοχικά» τις ασύμβατες με το Σύνταγμα πρακτικές, αλλά γιατί την ακολουθία αυτών τούς την επέβαλε η ανάγκη διασφάλισης της κομματικής συνοχής, που επικαλείται και καθορίζει κατά τρόπο δογματικό η κομματική ηγεσία.
5) δεν επιδιώχθηκε η θεσμική τους ενίσχυση και η καίρια μεταστροφή των ανιστόρητων κοινοβουλευτικών συμπεριφορώνˑ εν τέλει,
6) δεν αναδείχθηκε η πολιτική-κοινοβουλευτική ευθύνη της Κυβέρνησης, των μελών της, καθώς και των Υφυπουργών, παρά την, από το 1986 και μετέπειτα, ενίσχυση της νομοθετικής εξουσίας της Κυβέρνησης, όπου κυριαρχεί ο Πρωθυπουργός.
Τούτο ισχύει και για τους διατελέσαντες Προέδρους και Αντιπροέδρους της Βουλής, δεδομένου ότι εξέλιπε εν πολλοίς το στοιχείο της αντικειμενικότητάς τους, ή παρατηρήθηκε καταχρηστική άσκηση των καθηκόντων τους και μετουσίωσή τους σε κομματικούς παράγοντες με αντιδεοντολογική συμπεριφορά έναντι των βουλευτών της αντιπολίτευσης.
Παρά την εναλλαγή των ρόλων που διεδραμάτισαν τα κόμματα στην πολιτική εξουσία, τις διαφορετικές αντιλήψεις και πρακτικές τους σχετικά με την κυβερνησιμότητα της χώρας, τις ευκαιρίες ενδυνάμωσης των θεμελιωδών αρχών της αντιπροσωπευτικής και κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, που προέκυψαν από τις συνταγματικές αναθεωρήσεις του 1986 και του 2001, καθώς και τις απότοκες αυτών μεταρρυθμίσεις που επήλθαν στους Κανονισμούς της Βουλής, του 1987 και του 2001, ωστόσο η επιμονή, ιδίως, των κομμάτων εξουσίας στη στρεβλή εφαρμογή της διάταξης του άρθ. 100 ΚτΒ κατέδειξε ότι: ο εξετασθείς θεσμός παρέμεινε εγκλωβισμένος σ’ ένα παραδοσιακό τελετουργικό, ανούσιου εν πολλοίς χαρακτήρα και στην αδιέξοδη λογική ενός υποτονικού και φαινομενικού ελέγχου, ο οποίος ευνοεί, αμφιμερώς, τους λέγοντες και αντιλέγοντες. Ειδικότερα, την μεν αντιπολίτευση να (αυτο)προβάλλεται ως μηχανισμός «ουσιαστικής ανάσχεσης» αντισυνταγματικών νομοσχεδίων και ικανοποιητικής εκπροσώπησης κοινωνικών συμφερόντων, ενώ την κυβερνώσα πλειοψηφία να διέρχεται αλώβητη από τις «συμπληγάδες» του πολιτικού ελέγχου και να επαίρεται για την πολιτική της βιωσιμότητα ως «δικαίωση» της νομοθετικής της πολιτικής.
Στο πλαίσιο αυτό τέθηκαν καινοφανή και ολοένα διευρυνόμενα προβλήματα συνταγματικότητας ως καταρχήν προβλήματα νομιμότητας, δεδομένου ότι η μεγιστοποίηση του πεδίου εφαρμογής των νόμων στη σύγχρονη δημοκρατία συνέτεινε στη μεγιστοποίηση και του πεδίου εφαρμογής της ανωτέρω θεμελιώδους αρχής.
Βάσει των ανωτέρω, πρόδηλο καθίσταται, ότι οι συντρέχοντες στην ενεργοποίηση και εξέλιξη της διαδικασίας του πολιτικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νομοσχεδίων και προτάσεων νόμων από τη Βουλή οφείλουν να τον καταστήσουν στοιχείο δομικό και όχι συγκυριακό στην επιδίωξη της καλής νομοθέτησης και μέσον ουσιαστικής πολιτικής εκπροσώπησης των συμφερόντων και της θέλησης του κοινωνικού σώματος, που τους ανέδειξε στην εξουσία. Και τούτο είναι εύλογο, εφόσον το κοινωνικό σώμα θα υποστεί τις συνέπειες της –συνταγματικά παρεκκλίνουσας-πολιτικής τους.
Δεδομένου, όμως, ότι ενήργησαν –ιδίως, η αντιπολίτευση στην οποία αναγνωρίζεται, ουσιαστικά, ο έλεγχος της κυβερνητικής δράσης- χωρίς σχεδιασμό και στόχευση, οι επιδιώξεις τους κατέστησαν, αυτονόητα, «ευσεβείς πόθοι». Στην εν λόγω αρνητική εξέλιξη συνέβαλε, καθοριστικά και η αποδυνάμωση της Βουλής ως forum διεξαγωγής πολιτικών συζητήσεων και κοινωνικών ανταγωνισμών με την παράλληλη υποκατάστασή της, σε ευρεία κλίμακα, από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και πολιτικής επικοινωνίας, τα οποία αποδείχθηκαν, αρκούντως, ικανά να διαμορφώσουν «ευπειθείς» πολιτικές συνειδήσεις.
Με συνέπεια, ακόμη και όταν η πλειοψηφία των βουλευτών χρέωνε στην Κυβέρνηση τη «συγκάλυψη» της αντισυνταγματικότητας νομοσχεδίων, διατάξεων ή τροπολογιών τους, δεν πίστωνε, παράλληλα, στην αντιπολίτευση την ουσιαστική συμβολή της στην «αποκάλυψή» τους. Η εν λόγω εξέλιξη υποδηλώνει ότι, οι επισπεύδοντες δεν αρκεί να αναλαμβάνουν τυπικά τον ρόλο που τους αναγνωρίζει ο νομοθέτης, αλλά θα πρέπει και να τον υποδύονται ουσιαστικά, δηλαδή με τη δέουσα στις περιστάσεις αξιοπιστία και το απότοκο της σημαντικότητας του θεσμού αίσθημα πολιτικής ευθύνης.
Εν τέλει, και δεδομένου ότι ο πολιτικός έλεγχος συνταγματικότητας των νομοσχεδίων και προτάσεων νόμων από τη Βουλή, που είναι καθοριστικής σημασίας στην παραγωγή των τυπικών νόμων, στις προϋποθέσεις ισχύος και εφαρμογής τους, και γενικότερα στη διασφάλιση της έννομης τάξης, θα πρέπει να αποστασιοποιηθεί από τις στρεβλές του πρακτικές και να αποκατασταθεί η κανονιστική του δυναμική, όπως την οραματίστηκε ο νομοθέτης του ΚτΒ. Και τούτο, προκειμένου να συνδράμει στη διασφάλιση της συνταγματικής νομιμότητας, κατά τη διαδικασία άσκησης της νομοθετικής λειτουργίας. Την επιδίωξη αυτή επιρρωνύει το γεγονός ότι, ο προεδρικός-προληπτικός έλεγχος δεν εφαρμόστηκε ποτέ από την αποκατάσταση της δημοκρατικής νομιμότητας, το 1974, και ο έλεγχος της ενδιάμεσης συνταγματικότητας δεν συνεπάγεται την απόρριψη των σχετικών νομοθετημάτων.
Συνεπώς, οι φορείς του θεσμού (ιδίως, οι αποδέκτες του) οφείλουν να μετουσιώνουν, έμπρακτα, τον θεσμικά δηλούμενο σε πρακτικά επιδιωκόμενο σκοπό. Ειδικά, τα κόμματα της αντιπολίτευσης, υπερβαίνοντας τις οποιεσδήποτε ιδεολογικές ή πολιτικές τους διαφορές να συμβάλλουν στην πληρέστερη διαμόρφωση του καταγγελτικού τους λόγου σχετικά με τις παραβιάσεις της συνταγματικής νομιμότητας, κατά τρόπο ο οποίος θα τους διασφαλίσει ευκαιρίες συμμετοχής στη λήψη των νομοθετικών αποφάσεων και παράλληλα θα τους αναδείξει σε πραγματικό αντίπαλο δέος της κυβερνητικής πολιτικής.
Επίσης, οι λειτουργοί της πολιτείας έχουν υποχρέωση να διασφαλίζουν την
ελεύθερη και ανόθευτη διαμόρφωση και εκδήλωση της κοινής γνώμης σε κάθε περίπτωση, διότι τότε μόνον η συνταγματική νομιμότητα –λειτουργώντας ως κατευθυντήριος ερμηνευτικός κανόνας- εδραιώνει την ελευθερία των πολιτών.
Και η ανάταξη της εμπιστοσύνης των πολιτών στις ενδοκοινοβουλευτικές διαδικασίες, που έχει κλονιστεί από πρακτικές οι οποίες δεν ανταποκρίνονται στην ουσία, ιδίως, των επίμαχων θεμάτων και δεν έχουν ορατά αποτελέσματα, δυσχερώς, επιτυγχάνεται. Ενώ, ο διεκδικητικός ρόλος τους στο πολιτικό γίγνεσθαι –ακόμη και ως «σκιά» της παρουσίας και του ενδιαφέροντός τους στα αποτελέσματα των κοινοβουλευτικών διαδικασιών-, δύναται να επηρεάσει, σημαντικά, ιδίως την πολιτική βιωσιμότητα των αδύναμων κομματικών ηγεσιών.
Οι αναλύσεις που προηγήθηκαν κατατείνουν στην ακόλουθη συμπερασματική εκτίμηση: το κύρος και η αξιοπιστία ενός θεσμού (= μιας διαδικασίας που έχει μόνιμο και αντικειμενικό χαρακτήρα και στην οποία συναντώνται «η δεοντολογία του δικαίου και η νομοτέλεια της πολιτικής με την εν λειτουργία κοινωνία», δεν είναι ζήτημα, αποκλειστικά, νομικών ρυθμίσεων. Ειδικότερα, δεν μπορεί να ισχύσει αφεαυτού, ανεξάρτητα από την πολιτεία των εκάστοτε φορέων του και την κοινωνική της αποδοχή στην καθημερινότητα.
Εν προκειμένω, ο θεσμός των αντιρρήσεων συνταγματικότητας ως σημαντική παράμετρος της ενδοκοινοβουλευτικής και αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας επιβάλλει, την, εκ μέρους της Κυβέρνησης, αποδοχή των κανόνων της υγιούς πολιτικής αντιπαλότητας που παρέπεται μια κουλτούρα σεβασμού ορίων και ισοτιμίας και αναδεικνύει την ευθύνη των βουλευτών έναντι των εκλογέων τους, διότι, ενσαρκώνουν τη θεμελιώδη αντιπροσωπευτική αρχή.
Για την απόσειση της ευθύνης των βουλευτών δεν επαρκεί, πλέον, η επίκληση των επιχειρημάτων ότι η Βουλή έχει καταντήσει ένα «τυπικά» βουλευόμενο σώμα, που «επικυρώνει προειλημμένες αποφάσεις» και οι ίδιοι οδηγούνται συντεταγμένα στις ψηφοφορίες καθοδηγούμενοι από τις κομματικές τους ηγεσίες, ότι οι κοινωνικές αντιθέσεις εκφυλίζονται, συνήθως, στο πλαίσιο ενός άγονου πολιτικού λόγου απαλλαγμένου από το επίμαχο, το αμφισβητούμενο και το αβέβαιο. Αντίθετα, επιβάλλεται η, διά της πειθούς, ενεργή και αδιάλειπτη συμμετοχή των πολιτών στην πολιτειακή λειτουργία, που εδράζεται στο πρωτογενές δικαίωμα της ψήφου, και όχι πολιτών που ολοένα και συχνότερα αποσείουν την ιδιότητα των ενεργών στο πολιτειακό γίγνεσθαι, αρνούμενοι να καταβάλλουν τον επιπρόσθετο προς τούτο διανοητικό κόπο, από τον οποίο τους έχουν απαλλάξει εν πολλοίς τα ΜΜE.
Οι αρνητικότερες, όμως, συνεπαγωγές των αντισυνταγματικών πρακτικών είναι ο ενδεχόμενος εθισμός, εκ μέρους των πολιτικών φορέων που τις χρησιμοποιούν, αλλά και αυτών που τις ανέχονται:
1) της μετουσίωσης των συνταγματικών παρεκκλίσεων σε νόμιμες πολιτικές συμπεριφορές, και
2) της δυσαρμονίας των νομοσχεδίων και προτάσεων νόμων προς το Σύνταγμα σε εναρμόνιση.
Διότι, υπάρχει ο κίνδυνος οι αντισυνταγματικές ρυθμίσεις να αναγνωρισθούν, με την πάροδο του χρόνου, ως κατ’ ανοχήν αποδεκτές εδραιωμένες στη δύναμη της συνήθειας ή της επιτήδειας υποβολής αυτών που την μετέρχονται, δημιουργώντας έτσι ένα εξαιρετικά αποσταθεροποιητικό προηγούμενο στο σύστημα της συνταγματικής νομιμότητας.
Παρά τις σημαντικές βελτιώσεις που έχουν επέλθει στους όρους της καλής νομοθέτησης –μέσω των Εγχειριδίων «Noμοπαρασκευαστικής Μεθοδολογίας» και «Ανάλυσης των Συνεπειών της Ρύθμισης»-, ωστόσο το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα εξακολουθεί να συνιστά ένα από τα δομικά προβλήματα του πολιτικού μας συστήματος.
Εν τέλει, ερωτητέον:
1) πώς, παρά τη μετατόπιση του νομοπαρασκευαστικού κέντρου από τα Υπουργεία στην Προεδρία της Κυβέρνησης, ως του κατ’ ουσίαν κεντρικού θεματοφύλακα της καλής νομοθέτησης εξακολουθούν να ισχύουν παθογένειες, αναδεικνυόμενες κατά τη διαδικασία του άρθ. 100 ΚτΒ;
2) πώς επιζητούμε την πραγμάτωση μιας ενιαίας και υψηλού επιπέδου νομοθετικής και κανονιστικής λειτουργίας, όταν ο εξεταζόμενος θεσμός διασφάλισης της συνταγματικής νομιμότητας κατέστη διαδικασία ατελέσφορου εν πολλοίς ελέγχου της νομοθετικής πολιτικής της Κυβέρνησης, με δυσμενείς συνεπαγωγές στο κύρος και την αξιοπιστία του Κοινοβουλίου και στην ποιότητα της Δημοκρατίας;
Αυτό ήταν το τελευταίο Μέρος. Βρείτε τα Μέρη Α’ και Β’ που προηγήθηκαν, σε προηγούμενα άρθρα του «Χ»
Ακολουθήστε το xronos.gr στο Google News